Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Συνέντευξή μου στον Αθήνα 9,84

Το στρατηγικό αδιέξοδο της Κυβέρνησης

άρθρο μου στην Καθημερινή της Κυριακής 

Η δεύτερη αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος είναι βαλτωμένη. Η οικονομία παραμένει στάσιμη περιμένοντας θετικές ειδήσεις και η πολιτική αβεβαιότητα εντείνεται. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από τις διαφορετικές προσεγγίσεις των θεσμών στο θέμα της απομείωσης του ελληνικού χρέους, γεγονός που καθιστά πλέον αβέβαιη τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα και δημιουργεί κινητικότητα στην πλευρά των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Οι πολίτες κατακλύζονται και πάλι από πληροφορίες και σενάρια, που πολλές φορές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις επίσημες ανακοινώσεις, τα αριθμητικά στοιχεία και τις νομικές παραμέτρους. Μια αίσθηση αδιεξόδου κυριαρχεί στη χώρα.

Η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί την αποχώρηση του ΔΝΤ από το πρόγραμμα. Το ΔΝΤ επιμένει λιγότερο στο θέμα της μείωσης του αφορολογήτου, προκειμένου αυτό να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα και περισσότερο στο θέμα της ασφαλιστικής δαπάνης, αφού αυτή επηρεάζει καθοριστικά το αξιόχρεο της χώρας και τη βούληση των μακροπρόθεσμων επενδυτών και αγορών να δανείσουν τη χώρα. Η μη αντιμετώπιση της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος καθιστά επισφαλή οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη επένδυση στα ελληνικά ομόλογα και ως εκ τούτου δυσχερή τη δανειοδότηση της χώρας.

Τα δύο, όμως, αυτά θέματα θίγουν στον πυρήνα δύο βασικά αφηγήματα της κυβέρνησης. Πρώτον, ότι αναδιανέμει τον «πλούτο» ενισχύοντας τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα και δεύτερον ότι προστατεύει τις κύριες συντάξεις των συνταξιούχων. Η αδυναμία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει πολιτικά θέματα που θα διαταράξουν ακόμα περισσότερο τις σχέσεις της με τους πολίτες προκαλεί εμπλοκή με το ΔΝΤ και καθυστερεί την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Οσο αυτή, όμως, καθυστερεί και φτάνουμε στον Ιούλιο που το ελληνικό Δημόσιο θα χρειαστεί να καλύψει ανάγκες 7,4 δισ., τα πράγματα δυσκολεύουν αρκετά. Πέρα από τις συντάξεις και το αφορολόγητο, τα εργασιακά και τις αποκρατικοποιήσεις, μεγάλο πρόβλημα, που σε λίγο καιρό δεν θα είναι διαχειρίσιμο, δημιουργείται στις τράπεζες λόγω της καθυστέρησης υιοθέτησης ενός πλαισίου διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Στο εξωτερικό γίνονται ήδη συζητήσεις για το πού και πώς θα βρει η Ελλάδα τα χρήματα που χρειάζεται από το 2018 και μετά, όταν δεν έχει γίνει καμία προπαρασκευαστική ενέργεια μέχρι τώρα. Και εάν οι ανάγκες του 2018 είναι καλυμμένες από το τρέχον πρόγραμμα (εφόσον αυτό τηρηθεί και ολοκληρωθεί), για τα επόμενα έτη δεν υπάρχει καμία ασφαλής εκτίμηση. Η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης είναι και αυτή εξαιρετικά επισφαλής λόγω της εκκρεμούς αξιολόγησης και η αποχώρηση του ΔΝΤ θα δυσκολέψει την ένταξή μας στο πρόγραμμα. Ακόμα και αν αυτή γίνει με απόφαση της ΕΚΤ, λίγα θα είναι τα οφέλη για την ελληνική οικονομία και περισσότερα για εκείνους που έχουν επενδύσει στα ομόλογα. Η στασιμότητα στην οικονομία θα συνεχίζει και όλοι οι διεθνείς, αλλά και πλέον εσωτερικοί, ανεξάρτητοι παράγοντες εκτιμούν ότι η πρόβλεψη για 2,7% ανάπτυξη είναι πλέον απίθανη και θα είναι έκπληξη αν είναι πάνω από 1,5%. Οποιοδήποτε, όμως, ποσοστό κάτω του 2% σημαίνει και νέα μέτρα για να καλυφθεί το δημοσιονομικό κενό που θα δημιουργηθεί, με βάση και τα όσα έχει νομοθετήσει ήδη η ελληνική κυβέρνηση.

Οι αγορές «ακούν» το ΔΝΤ. Η αποχώρηση του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα θα καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή την έξοδο της χώρας στις αγορές με το τέλος του τρίτου μνημονίου και φέρνει, όλο και πιο κοντά, ένα νέο πρόγραμμα επιτήρησης. Πόσο, όμως, διατεθειμένες θα είναι οι ευρωπαϊκές χώρες να χρηματοδοτήσουν εκ νέου ένα νέο πρόγραμμα βοήθειας προκειμένου να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας μας; Τον Μάρτιο διενεργούνται εκλογές στην Ολλανδία, Απρίλιο και Μάιο στη Γαλλία, Μάιο επίσης τοπικές εκλογές σε Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία και Σεπτέμβριο εθνικές εκλογές στη Γερμανία. Παράλληλα, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν δείχνει να κόπτεται και πολύ για τη συστημική σταθερότητα της Ευρωζώνης. Το ρεύμα εθνικολαϊκισμού και απομονωτισμού ενισχύεται και οι φωνές αλληλεγγύης και συνεργασίας περιορίζονται.

Η κυβέρνηση είναι εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα της πολιτικής και της ρητορικής της. Η παράταση της αβεβαιότητας αυξάνει το ρίσκο και μαζί το –απευκταίο– ενδεχόμενο σπασμωδικών και καταστροφικών κινήσεων, ανάλογες με αυτές που ζήσαμε το καλοκαίρι του 2015. Το μάρμαρο, όμως, πάλι θα πληρώσουν οι Ελληνες πολίτες. Η πολιτική αλλαγή είναι επιβεβλημένη συνθήκη για να αποφύγουμε τα χειρότερα.
*Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι νομικός. Την περίοδο 2010-2014 ήταν σύμβουλος στρατηγικής και νομικός σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης.

Περιουσιολόγιο: εργαλείο φορολογικής πολιτικής

αρθρο μου στη Βραδυνή της Κυριακής

Περιουσιολόγιο: εργαλείο φορολογικής πολιτικής – Θ. Κοντογεώργης

Από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, οι εταίροι μας είχαν εντοπίσει τις ανεπάρκειες του φοροεισπρακτικού μηχανισμού και τα σημαντικά περιθώρια φοροδιαφυγής που υπήρχαν. Οι προσπάθειες που έγιναν, όχι πάντα επιτυχείς, ως προς την κατεύθυνση αυτήν ήταν σημαντικές, τόσο στο νομοθετικό πλαίσιο με την υιοθέτηση νέων απλοποιημένων κωδίκων για τη φορολογία εισοδήματος και τη φορολογική διαδικασία, καθώς και ως προς τα θέματα είσπραξης δημοσίων εσόδων, όσο και ως προς τη βελτίωση των ελεγκτικών μηχανισμών, την αξιοποίηση των τεχνολογικών δυνατοτήτων, την ενίσχυση του ανθρωπίνου δυναμικού. Η μετεξέλιξη της Γενικής Γραμματείας Εσόδων σε ανεξάρτητη αρχή ενισχύει τη θεσμική θωράκιση και την κατά το δυνατόν ανεμπόδιστη και ανεπηρέαστη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.
Προκειμένου η φορολογική διοίκηση να καταστεί περισσότερο αποτελεσματική, φαίνεται ότι προωθείται, με αρκετή καθυστέρηση, η υιοθέτηση του Περιουσιολογίου. Το Περιουσιολόγιο σκοπό θα έχει την πλήρη και ακριβή αποτύπωση της περιουσιακής κατάστασης φυσικών και νομικών προσώπων ενώ, μέσω αυτού, θα παρέχεται η δυνατότητα στη φορολογική διοίκηση να παρακολουθεί διαχρονικά την εξέλιξή της, ειδικά όταν προκύπτει περιουσιακή προσαύξηση. Επιπροσθέτως, η εφαρμογή του Περιουσιολογίου θα δώσει τη δυνατότητα να εντοπίζονται περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις, πάντα με τη βοήθεια παραμετροποιημένων στοιχείων και κριτηρίων ρίσκου, που ήδη εφαρμόζει σταδιακά η διοίκηση. Τα στοιχεία που θα αντλεί η φορολογική διοίκηση από το Περιουσιολόγιο θα πρέπει να αξιοποιούνται για το σχεδιασμό και την εφαρμογή της φορολογικής πολιτικής, αφού θα είναι ευκρινέστερη η φοροδοτική ικανότητα του κάθε προσώπου, ομάδων πληθυσμού, επαγγελματικών ομάδων κ.ο.κ., προκειμένου τα φορολογικά βάρη να κατανέμονται με αναπτυξιακό τρόπο.
Για να λειτουργήσει, όμως, αποτελεσματικά το Περιουσιολόγιο και να μην καταντήσει απλά ένα ακόμα «νεκρό εργαλείο», μόνο και μόνο για να είμαστε συνεπείς και στις υποχρεώσεις μας έναντι των εταίρων, θα πρέπει να πληρούνται και κάποιες προϋποθέσεις, που δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στην καλή προαίρεση και ειλικρίνεια των φορολογουμένων. Σημαντική προϋπόθεση είναι η ενοποίηση των πληροφοριακών συστημάτων (ΙΤ unification) και όλων των ελεγκτικών μηχανισμών που διαθέτει η φορολογική διοίκηση, καθώς και η διασύνδεσή τους με άλλα συστήματα, από τα οποία μπορεί να αντλεί στοιχεία για την περιουσιακή κατάσταση των φορολογουμένων. Επιπροσθέτως, η επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού της φορολογικής διοίκησης προκειμένου να μπορεί να αξιοποιεί και να συσχετίζει τις πληροφορίες που λαμβάνει είναι καθοριστική για την επιτυχία του Περιουσιολογίου. Τέλος, το νομοθετικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αστοχίες του παρελθόντος, τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές, αλλά και την ελληνική νομική παράδοση, προκειμένου να μην υπάρξουν δικαστικές εμπλοκές που θα καθυστερήσουν και εν τέλει απαξιώσουν τη λειτουργία του Περιουσιολογίου.
*Ο κ. Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, απόφοιτος του Πανεπιστήμιου Harvard και την περίοδο 2010 – 2014 διετέλεσε νομικός σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Οι καλοί και οι κακοί της διαπραγμάτευσης

άρθρο στη huffingtonpost

Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους με απλουστευτικούς όρους. Οι «καλοί» και οι «κακοί» εναλλάσσονται συχνά στους ρόλους. Εδώ και λίγο καιρό ο ρόλος του « κακού» έχει αποδοθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κυρίως λόγω της στάσης του σε ασφαλιστικό και φορολογικό. Όμως, η πρόταση που κατέθεσε στο τελευταίο Eurogroup για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους είναι πολύ πιο προωθημένη απ'αυτή που επεξεργάζονται στα ευρωπαϊκά όργανα. Επομένως, σήμερα το ΔΝΤ είναι και πάλι «καλό».
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με όσους θεσμούς εμπλέκονται στο ελληνικό πρόγραμμα, η επιτυχία του οποίου , όμως, είναι κρίσιμη, αφού από αυτή θα εξαρτηθεί η δυνατότητα της χώρας να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές στο άμεσο μέλλον, ειδικά όσο ένα τέταρτο πρόγραμμα βοήθειας φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο το 2018. Για να μπορέσει η χώρα να ξαναδανειστεί από τις αγορές, όπως έκανε έστω σε περιορισμένο βαθμό τον Απρίλιο και τον Ιούλιο του 2014, θα πρέπει α) να ανακτήσει την αξιοπιστία της στο εξωτερικό και δη στους θεσμικούς επενδυτές και β) να εκτιμηθεί ότι τα δημοσιονομικά της μεγέθη και η εξέλιξη του χρέους εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και της οικονομίας και του χρέους.
Τη βασική ευθύνη για την επιτυχή ολοκλήρωση ενός οικονομικού προγράμματος έχει πάντα η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση. Πόσο απαραίτητη, όμως, είναι σήμερα η παρουσία των θεσμών, και ιδίως του ΔΝΤ για το οποίο γίνεται πολύς λόγος, και πώς διαμορφώνονται πλέον οι δυναμικές;
Νομικό έρεισμα για τη παρουσία του ΔΝΤ σίγουρα υπάρχει, αφού με βάση το πλαίσιο που διέπει την παροχή βοήθειας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης είναι απαραίτητη η συμμετοχή του ΔΝΤ σε πρόγραμμα βοήθειας για οποιαδήποτε χώρα της ευρωζώνης, τουλάχιστον στο τεχνικό σκέλος. Το αν θα συμμετέχει το ΔΝΤ και στο χρηματοδοτικό σκέλος του προγράμματος βοήθειας αφορά το ίδιο και τη χώρα και κατά πόσο έχει ανάγκη την οικονομική βοήθεια και του ΔΝΤ. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στην ελληνική περίπτωση, όπου καθώς φαίνεται οι χρηματοδοτικές μας ανάγκες αλλά και οι πολιτικές δυναμικές στην ΕΕ, καθιστούν εξαιρετικά πιθανή τη συνέχιση της παρουσίας του ΔΝΤ.
Αν και το ΔΝΤ έχει λειτουργήσει πολλές φορές δογματικά και αντιπαραγωγικά σε αρκετούς τομείς, ο ρόλος του κρίνεται από πολλούς ευρωπαίους πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές στις ΗΠΑ κομβικός για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Κι αυτό γιατί το ΔΝΤ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στους παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη του χρέους και ιδίως την ασφαλιστική δαπάνη, τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και τη δυνατότητα του τραπεζικού κλάδου να αιμοδοτήσει και πάλι την ελληνική οικονομία. Επιπροσθέτως, η σκοπούμενη -έστω και περιορισμένη- χρηματοδοτική συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα είναι ευπρόσδεκτη από πολλές ευρωπαϊκές χώρες που θέλουν να μειώσουν το κόστος για τις δικές τους οικονομίες.
Ένας πρόσθετος λόγος που πολλοί επιθυμούν τη συνέχιση της παρουσίας του ΔΝΤ αποτελεί το γεγονός, ότι οι εκθέσεις αξιολόγησης με τη σφραγίδα του ΔΝΤ είναι σαν «ευαγγέλιο» για τους επενδυτικούς οίκους. Οι περισσότεροι εξ αυτών δεν εμπιστεύονται τις εκθέσεις μόνο των ευρωπαϊκών οργάνων αφού θεωρούν, ότι πολλές φορές επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες. Όσοι μπορεί να μας δανείσουν στο μέλλον, οι «αγορές», έχουν στραμμένη την προσοχή τους στα όσα αναφέρει το ΔΝΤ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι μετά τις σχετικές εκθέσεις του ΔΝΤ , η χώρα μπόρεσε το 2014 να αντλήσει κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.
Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο ευρωπαϊκό πεδίο είναι αμείλικτη και χρειάζεται να υπάρχει πλήρης συνειδητοποίηση πολιτικών δυνάμεων και πολιτών, σε ποιο σκηνικό θα κινείται η χώρα το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Στην ευρωπαϊκή γραφειοκρατία κερδίζει, δυστυχώς, έδαφος, έστω και αν δεν ομολογείται, το σενάριο Σόιμπλε, δηλαδή της οικειοθελούς (προσωρινής;) αποχώρησης της χώρας από το ευρώ ή -στην καλύτερη περίπτωση- κάποιοι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να καταβάλουν μεγάλη προσπάθεια για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό. Αρκεί κάποιος να παρακολουθήσει τις δηλώσεις αξιωματούχων και την αρθρογραφία εφημερίδων που απηχούν το κατεστημένο Βρυξελλών και Βερολίνου. Η εκπροσώπηση των ευρωπαϊκών οργάνων στην ομάδα που ασχολείται με το ελληνικό πρόγραμμα είναι σαφέστατα υποβαθμισμένη σε σχέση με το παρελθόν ενώ υπάρχει κόπωση από πολλούς που ασχολούνται εδώ και χρόνια με την ελληνική υπόθεση.
Οι «σκληροί» , δηλαδή εκείνοι που δεν ενστερνίζονται την μη αναστρεψιμότητα του ευρώ και θεωρούν, ότι αν αποβληθεί το ασθενές μέλος το ευρώ θα λειτουργήσει καλύτερα, είναι τελικά εκείνοι που εμφανίζονται τώρα ως «καλοί», αφού , σύμφωνα με μια πολιτικά μυωπική αντίληψη, μας αφήνουν να κάνουμε ό,τι θέλουμε στη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση, τη λειτουργία του κράτους και αν αυτά δεν αποδώσουν τότε ο αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής διόρθωσης θα λύσει (;) το όποιο πρόβλημα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επαληθευθούν οι ποσοτικοί στόχοι και όχι πώς θα αναταχθεί η ελληνική οικονομία. Δεν είναι τυχαίες οι δικαιολογημένες αιτιάσεις της αντιπολίτευσης για την ευθύνη των εταίρων μας. Και αν τα σενάρια αυτά κόπασαν τώρα λόγω του επικείμενου δημοψηφίσματος στη Μεγ. Βρετανία και της έντασης του προσφυγικού προβλήματος, η στόχευση παραμένει, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και θα επανέλθουν με νέα ένταση μετά το καλοκαίρι.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον ως « ειδική περίπτωση» . Αυτός ο δρόμος, όμως, είναι ολισθηρός και θα μας οδηγήσει σε νέο αδιέξοδο. Καλοί και κακοί πάντα θα υπάρχουν. Κανείς, όμως, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα ούτε να μας βοηθήσει ούτε να μας καταστρέψει. Είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε τη δυναμική των πραγμάτων και με μια νέα κοινωνική και πολιτική συμμαχία να σταματήσουμε κάτι που σήμερα φαίνεται αναπόδραστο. Η δική μας σοβαρότητα, αξιοπιστία, το δικό μας ρεαλιστικό σχέδιο μπορούν να ανατάξουν κοινωνία και οικονομία.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Μαχαιριές στο κράτος δικαίου

άρθρο μου στο amagi

Η επικείμενη αποφυλάκιση του Γ. Ρουπακιά και η αργή εξέλιξη στη δίκη της Χρυσής Αυγής, οι παρεμβάσεις της Προέδρου του Αρείου Πάγου για το ίδιο θέμα και η επίρριψη ευθυνών στους δικηγόρους που απέχουν από τα καθήκοντά τους, καθώς και η μήνυση που υπέβαλε η ίδια κατά του καθηγητή Στ. Τσακυράκη για κριτική που της είχε ασκήσει για πολιτικά —και πέραν της δικαστικής της ιδιότητας— θέματα, έφεραν πάλι στο προσκήνιο το ερώτημα για την υποχώρηση του κράτους δικαίου, την αναποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης, την επαναλαμβανόμενη αδυναμία να λειτουργήσουν οι θεσμοί μας σωστά. Γιατί αποτυγχάνουμε εκεί όπου άλλες κοινωνίες λύνουν τα προβλήματά τους και κάποια πράγματα θεωρούνται αυτονόητα, ενώ εδώ αποτελούν λόγο έντονων αντιπαραθέσεων και δημόσιων καταγγελιών; Γιατί χαρακτηρίζει τη λειτουργία της πολιτείας μας εν γένει η αντιπαλότητα, η σύγχυση και η αναποτελεσματικότητα;
Είναι γνωστό ότι η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Οι νόμοι ενίοτε δεν εφαρμόζονται, με αποτέλεσμα οι παράνομες πράξεις να μην έχουν τις προβλεπόμενες επιπτώσεις. Οι καθυστερήσεις στα δικαστήρια είναι μεγάλες, δικαιοσύνη ενίοτε δεν απονέμεται και έτσι ανοίγουν οι πόρτες σε κάθε λογής εκβιασμούς αδίστακτων και ανήθικων ατόμων. Συντεχνιακές λογικές, μεγάλη γραφειοκρατία και προχειρότητα, αδιαφορία, σκοπιμότητες, ακόμα και έλλειψη προσώπων με τις κατάλληλες γνώσεις δημιούργησαν τη δυσάρεστη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε. Είναι αρκετές φορές προφανής η ανικανότητα χειρισμού υποθέσεων, που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο και λόγω του ευρύτερου ενδιαφέροντος απαιτούν μεγάλη συστηματικότητα, γνώση και οργάνωση, όπως αυτή της Χρυσής Αυγής. Κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες για τη βελτίωση στον χώρο της δικαιοσύνης δεν έχουν φέρει ακόμα τα επιθυμητά αποτελέσματα, ενώ όσες μεταρρυθμίσεις έχουν προωθηθεί τα χρόνια της κρίσης στο πλαίσιο προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής απαιτούν χρόνο ωρίμασης και, παράλληλα, δοκιμάζονται από την οικονομική αδυναμία του κράτους αλλά και την απροθυμία βασικών παραγόντων της δικαιοσύνης. Τα παραπάνω φαινόμενα των μεγάλων καθυστερήσεων και της ατιμωρησίας είναι εκφράσεις της υστέρησής μας και όχι προϊόντα μιας κάποιας συνωμοσίας. Η αποφυλάκιση του Ρουπακιά είναι αποτέλεσμα της υστέρησης της χώρας.
Παράλληλα, όμως, φαίνεται ότι υπάρχουν δυνάμεις μεταξύ εκείνων που καθορίζουν τη λειτουργία της δικαιοσύνης που δεν ενοχλούνται ιδιαίτερα από τις κραυγαλέες ελλείψεις και αδυναμίες και επιδιώκουν πρωτίστως την εξασφάλιση συντεχνιακών ή ακόμα και κομματικών ισορροπιών. Αντί η οικονομική κρίση να κάνει πιο προσεκτικούς όλους τους λειτουργούς της δικαιοσύνης —και κυρίως εκείνους που μπορούν με τις αποφάσεις και τη δημόσια στάση τους να επηρεάζουν θετικά τα πράγματα— προκειμένου να υπερασπίζουν και να διευρύνουν το κράτος δικαίου, παρατηρούμε συμπεριφορές και ενέργειες που δεν υπακούν στις έννομες προδιαγραφές ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, όπου οι θεσμοί λειτουργούν με τον τρόπο και το ήθος που επιβάλλουν οι σημερινές ιδιαίτερες συνθήκες. Αντίθετα, καλλιεργείται ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούν ο λαϊκισμός, η πολιτική-συντεχνιακή υστεροβουλία και η δίωξη της αντίθετης άποψης, που, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση και ανασφάλεια, υπονομεύουν την τήρηση του νόμου και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου, ενισχύοντας τον φόβο και την αυθαιρεσία.
Ο φόβος, η ανομία και η αυθαιρεσία, η υπονόμευση και αυτοϋπονόμευση των θεσμών δημιουργούν την ανάγκη για «αυτόκλητους σωτήρες» που η μόνη τους, όμως, επιδίωξη είναι να καθιερώσουν το δικό τους άδικο και καταπιεστικό σύστημα περιβεβλημένο με τον μανδύα μιας «νέας» νομιμότητας.
Αυτό, όμως, δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Αρκετές πληγές έχουμε ήδη και δεν αντέχουμε νέες μαχαιριές. Χρειάζεται επαγρύπνηση, συνεργασίες και θάρρος. Τα πράγματα μπορούν να αποκτήσουν θετική τροπή, αρκεί να το επιδιώξουμε.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Υπάρχει λύση στο αδιέξοδο;

άρθρο μου στο e-κύκλος

Στη χώρα επικρατεί μια γενική παράλυση. Η παράταση της αβεβαιότητας λόγω της μη ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του νέου Μνημονίου επιδεινώνει τους μακροοικονομικούς δείκτες, επιτείνει την ύφεση και λειτουργεί ανασχετικά σε κάθε προσπάθεια της ιδιωτικής οικονομίας για ανάταξη. Η πολιτική αστάθεια επανέρχεται λίγους μόλις μήνες μετά τις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου ενώ η εξέλιξη του προσφυγικού προβλήματος αναβιβάζει το επίπεδο των κοινωνικών, οικονομικών και γεωπολιτικών προκλήσεων για την Ελλάδα. Μια γενική αίσθηση ατομικών και συλλογικών αδιεξόδων διαμορφώνεται γύρω μας που υπονομεύει κάθε αναγεννητική προσπάθεια.
Υπάρχει διέξοδος από τη δυσχερή κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει; Οι θιασώτες μιας αισιόδοξης προσέγγισης των πραγμάτων, ισχυρίζονται, ότι η αξιολόγηση, παρά τις δυσκολίες, θα ολοκληρωθεί, θα υπάρξει σταθερότητα στη χώρα, θα ξεκινήσει η συζήτηση για διευθέτηση του χρέους, ακολούθως θα ενταχθούμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, ενώ θα έχουμε και τα πρώτα σημάδια μιας -έστω αναιμικής- ανάκαμψης. Επιπροσθέτως, η πίεση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων από το προσφυγικό πρόβλημα θα δημιουργήσει προϋποθέσεις «πολιτικής διαπραγμάτευσης» με πιθανά οφέλη. Αντίθετα, άλλοι πιστεύουν ότι η κυβέρνηση έχει αδυναμία προσαρμογής στις απαιτήσεις του ενιαίου νομίσματος, δεν μπορεί να τηρήσει τα υπεσχημένα, πολλώ δε μάλλον λόγω και των προσδοκιών που καλλιέργησε σε πολλές κοινωνικές ομάδες, ενώ η απουσία διοικητικής/εκτελεστικής ικανότητας αλλά και σαφούς ευρωπαϊκού προσανατολισμού την καθιστούν ευάλωτη στο να υποκύψει και πάλι στις σειρήνες του «άλλου δρόμου», δηλαδή της καταστροφικής επιλογής για επιστροφή στο εθνικό νόμισμα. Σε όλα τα παραπάνω, πιστεύουν ότι, η αδυναμία διαχείρισης του προσφυγικού προβλήματος θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα αρνητικών εξελίξεων για τη χώρα.
Εμείς έχουμε τη μοίρα στα χέρια μας. Κανένας άλλος δεν ενδιαφέρεται ούτε να μας βοηθήσει, ούτε να μας καταστρέψει.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, αν μπορεί να αρθεί το αδιέξοδο θα πρέπει να κάνουμε μια γενική και κάποιες ειδικότερες παραδοχές.
Αν κάτι έχει αποδείξει η κρίση που βιώνουμε εδώ και έξι χρόνια είναι ότι εμείς έχουμε τη μοίρα στα χέρια μας. Κανένας άλλος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα ούτε να μας βοηθήσει, ούτε να μας καταστρέψει. Όμως, ειδικά σε αυτή τη συγκυρία, που υπάρχει μια γενική απογοήτευση, η αυτοκριτική δεν πρέπει να αναιρεί την αυτοπεποίθηση για τις δυνατότητές μας. Άλλωστε, η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η αλαζονεία είναι συμπτώματα ενός λαού χωρίς πυξίδα και αυτογνωσία. Επομένως, εάν θέλουμε να αλλάξουμε την κατάσταση, μπορούμε αλλά πλέον το βάρος εναποτίθεται κυρίως στην κυβέρνηση.
Οι ειδικότερες παραδοχές που θα καθορίσουν και την εξέλιξη των πραγμάτων έχουν να κάνουν κυρίως με την πείρα που έχουμε αντλήσει τα τελευταία έξι χρόνια. Τι μάθαμε όλη αυτή την περίοδο; Πρώτον, ότι σπάνια διδασκόμαστε από τα λάθη μας. Δεύτερον, ότι οι αξιολογήσεις ολοκληρώνονται τότε που έχουμε πραγματική ανάγκη για χρήματα. Τρίτον , ότι οι υποχωρήσεις των εταίρων μας γίνονται στον βαθμό εκείνο που αποκτούν βεβαιότητα ότι θα πραγματοποιήσουμε τις υποσχέσεις μας, ότι είμαστε αξιόπιστοι.
Για να μην βιώσουμε, λοιπόν, το δράμα του περασμένου καλοκαιριού και να αποφύγουμε εκ νέου οριακές καταστάσεις, θα πρέπει η κυβέρνηση με τις πράξεις της να διαψεύσει την πρώτη και δεύτερη και να επιβεβαιώσει την τρίτη παραδοχή.
Το πρώτο εξάμηνο του 2015 αποτέλεσε το σημείο καμπής της ελληνικής κρίσης.
Το πρώτο εξάμηνο του 2015 αποτέλεσε το σημείο καμπής της ελληνικής κρίσης. Ο,τι δουλειά έγινε τα προηγούμενα χρόνια για την υπερκέραση των προβλημάτων (δημοσιονομική προσαρμογή, αναστροφή τάσης του χρέους, πρωτογενή πλεονάσματα, χαλαρότερη σχέση με δανειστές ( ECCL) , επιστροφή στην ανάπτυξη, ισχυροποιημένο τραπεζικό σύστημα, επιστροφή στις αγορές, αξιοπιστία) αν δεν εξανεμίστηκε, σίγουρα μας έφερε πολύ πίσω σε σχέση με το σημείο στο οποίο βρισκόμασταν το φθινόπωρο του 2014. H κυβέρνηση οφείλει να αντλήσει μαθήματα από αυτή την οδυνηρή εμπειρία και να προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω αναφερομένες παραδοχές.
Από το Μάιο και μετά, και μέχρι τον Σεπτέμβριο, η Ελλάδα έχει να αποπληρώσει λήξεις ομολόγων και δανείων ύψους περίπου 5 δις ενώ. Αυτά τα χρήματα δεν υπάρχουν. Επιπροσθέτως, και παρά τη στάση πληρωμών έναντι των προμηθευτών από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και τη συγκέντρωση των αποθεματικών των φορέων της γενικής κυβέρνησης, η πορεία των εσόδων και τα διαθέσιμα στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους επαρκούν, όπως αναφέρουν όσοι έχουν γνώση των δεδομένων, για πληρωμή μισθών και συντάξεων μέχρι και το Μάιο. Είναι σαφές, ότι δεν πρέπει να παίξουμε με τη φωτιά. Η παράταση της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης πέραν του Μαρτίου αυξάνει δραματικά το συστημικό κίνδυνο για τη χώρα και οδηγεί σε έναν νέο αυτοεγκλωβισμό ανάλογο με αυτό του Ιουνίου, όπου η μη ολοκλήρωση του ελληνικού προγράμματος οδήγησε στην αδιέξοδη επιλογή του δημοψηφίσματος και όσα τραγικά ακολούθησαν.
Όσο δεν ολοκληρώνεται η αξιολόγηση τόσο περισσότερο θα δυσχεραίνει η κατάσταση στην πραγματική οικονομία και στους βασικούς δημοσιονομικούς δείκτες, εξέλιξη που θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τη διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας. Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν, προφανώς, επειδή δεν διδάσκονται από την πείρα του- όχι και τόσο μακρινού-παρελθόντος, ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η σύνδεσή της με άλλα ζητήματα, όπως πχ το προσφυγικό, αφήνει περιθώρια για πολιτική διαπραγμάτευση, την οποία κάποιοι εννοούν ως εκβιασμό έναντι των εταίρων, για να υποχωρήσουν ή να είναι πιο ελαστικοί στις θέσεις τους, αλλά και έναντι της αντιπολίτευσης για να αναγκαστεί να ψηφίσει τα μέτρα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Αυτές οι απόψεις πρέπει να περιθωριοποιηθούν, όπου και αν υπάρχουν.
Να γίνει κατανοητό ότι οι εκβιασμοί τελείωσαν τον Ιούλιο του 2015.
Θα ήταν χρήσιμο, όμως, να γίνει κατανοητό ότι α) οι εκβιασμοί τελείωσαν τον Ιούλιο του 2015 και β) το πλήγμα στην αξιοπιστία της χώρας είναι τέτοιο που καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση, και δη η πιο ισχυρή, δεν πρόκειται να υποκύψει σε νέο εκβιασμό , ακόμα και αν αυτός συνδέεται με θέμα που την ταλανίζει ( προσφυγικό) όχι γιατί δεν τους ενδιαφέρει η επίλυση του προβλήματος αλλά , απλά, γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη σε όσα υποσχόμαστε, ότι μπορεί να κάνουμε. Αν δεν αποκατασταθεί, γρήγορα και άμεσα, ένα μέρος της εμπιστοσύνης που έχει απωλεσθεί, καμία «πολιτική διαπραγμάτευση» δεν μπορεί να πετύχει.
Για να γίνει αυτό, απαιτούνται συγκεκριμένα βήματα
-Εγκατάλειψη της αντιευρωπαϊκής ρητορικής. Δεν μπορούμε πλέον να πατάμε σε δύο βάρκες. Η ανάγκη διατήρησης ενός ακροατηρίου που θέλγεται από δήθεν εθνικά υπερήφανες ιδεοληψίες μόνο απομόνωση και περιθώριο μπορεί να σημαίνουν για τη χώρα. Αυτή η επαμφοτερίζουσα στάση, ο ανοίκειος δυϊσμός δεν μπορεί να συνεχιστεί. Είναι υποχρέωση της κυβέρνησης να προσαρμόσει το λόγο της και να αναδείξει τις θετικές πτυχές της ευρωπαϊκής συνεργασίας και βέβαια όσα πρέπει να αλλάξουν σε μια Ευρώπη, που έτσι κι αλλιώς αλλάζει.
-Ενίσχυση του «ευρωπαϊκού» κέντρου βάρους της κυβέρνησης. Στα 5 υπουργεία αιχμής, που σηκώνουν το βάρος υλοποίησης του προγράμματος για τους επόμενους μήνες ( Οικονομικών, Ανάπτυξης, Εργασίας, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Υγείας ) χρειάζονται ηγεσίες με τεχνοπολιτικάχαρακτηριστικά, αφοσιωμένες στην υλοποίηση και συνεχή επικαιροποίηση του προγράμματος με παρεμβάσεις προοδευτικές και ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα, όπου και όταν αυτό χρειάζεται. Η αδράνεια και η μοιρολατρική προσέγγιση της υπάρχουσας κατάστασης δεν βοηθάει στην ανατροπή της.
Εγκατάλειψη της αντιευρωπαϊκής ρητορικής, Ενίσχυση του «ευρωπαϊκού» κέντρου βάρους, Ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης.
-Ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης μέσα στον Μάρτιο. Η οικονομία δεν αντέχει άλλο, τα δημόσια ταμεία έχουν ανάγκη χρημάτων, οι τράπεζες χρειάζονται θετικές ειδήσεις και ένα σταθερότερο περιβάλλον, οι επενδυτές μια καλύτερη προσδοκία και όλοι μας μια κανονικότητα. Η κυβέρνηση γνωρίζει πλέον τις θέσεις των εταίρων μας. Η διαχείριση των προσδοκιών που καλλιέργησε προφανώς και επηρεάζει την εξέλιξη της ελληνικής υπόθεσης αλλά δεν μπορεί να αποτελεί βρόγχο για τη χώρα. Χρειάζεται να προχωρήσουμε σε όσα υπαγορεύουν το εθνικό συμφέρον και η λογική της -αναγκαστικής έστω- προσαρμογής. Εφόσον η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά στο θέμα της διευθέτησης του χρέους, πρέπει να ενισχυθούν οι πολιτικές εκείνες που θα διευκολύνουν τη συζήτηση. Άλλωστε, αυτές έχουν περιγραφεί στις τεχνικές εκθέσεις του ΔΝΤ (Ιούλιος 2015) και ΕΕ (Σεπτέμβριος 2015). Δημοσιονομική προσαρμογή, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφαλιστική δαπάνη, αποκρατικοποιήσεις, ενίσχυση του τραπεζικού τομέα. Αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν την εξέλιξη του χρέους και τη συζήτηση που θα γίνει. Οι ίδιοι παράγοντες είναι που αποτελούν τα βασικά σημεία της τρέχουσας αξιολόγησης!
Εάν η κυβέρνηση προχωρήσει στις παραπάνω κινήσεις, τότε ίσως αποτελέσουν επαρκείς ενδείξεις προς το εξωτερικό της χώρας προκειμένου να υπάρξει μια στενότερη και ειλικρινέστερη συνεργασία. Θα ήταν, όμως και ικανή συνθήκη για την αντιπολίτευση να βοηθήσει με τον τρόπο της κάνοντας μια κίνηση καλής θέλησης. Πώς; Αφενός, καταθέτοντας το δικό της πλαίσιο προτάσεων και αναδεικνύοντας τις πολιτικές εκείνες που μας καθηλώνουν. Και αφετέρου, αποχωρώντας από τη Βουλή κατά τη ψήφιση, και όχι κατά τη συζήτηση, των σχετικών διατάξεων διευκολύνοντας έτσι την κυβέρνηση να περάσει το νομοσχέδιο από την Ολομέλεια, ακόμα και αν έχει απώλειες, και κυρίως εξασφαλίζοντας την υπόσταση της χώρας. Αλλά με τις ψήφους αποκλειστικά της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Γιατί, αυτή, πρέπει να είναι η διδακτική εμπειρία ωρίμασης για την συγκυβέρνηση με την ανάληψη της ευθύνης που της αναλογεί.
Αν γίνουν όλα αυτά, τότε μπορούμε να βλέπουμε το αδιέξοδο να υποχωρεί και να δημιουργούνται οι συνθήκες για νέες συνθέσεις ή πολιτικούς ανταγωνισμούς αλλά σε ένα σταθερότερο και ασφαλέστερο περιβάλλον.

Πολιτικές σε λάθος ερωτήματα

Πολιτικές σε λάθος ερωτήματα
άρθρο μου στην Καθημερινη 

Οταν οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των οργάνων της Ε.Ε. δεν ασχολούνται με το ζήτημα των προσφύγων, βρίσκουν χρόνο για να επεξεργαστούν ιδέες και προτάσεις, κυρίως θεσμικού χαρακτήρα, για την ενίσχυση της πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης της Ε.Ε. Οι οικονομολόγοι της παρέας, όπως ο Μάριο Ντράγκι, ασχολούνται, όμως, κυρίως με τα ζητήματα της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καθώς και ερευνητικά ινστιτούτα εργάζονται αυτή την περίοδο πάνω στη βασική κατεύθυνση που έδωσε πρόσφατα ο πρόεδρος της ΕΚΤ ως προς την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, λέγοντας ότι η ευρωπαϊκή οικονομία (και οι εθνικές φυσικά) μπορεί να είναι ανταγωνιστική, όταν οι θεσμικές και οι μακροοικονομικές συνθήκες επιτρέπουν σε παραγωγικές επιχειρήσεις να ανθήσουν και μέσα από τη δική τους ανάπτυξη να ενισχύσουν την απασχόληση και τις επενδύσεις. Επομένως, το πλαίσιο που τίθεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο θέτει ως προαπαιτούμενο την ύπαρξη σταθερών και ισχυρών θεσμών καθώς και υγιών μακροοικονομικών δεικτών, προκειμένου να υποστηριχθούν πολιτικές απασχόλησης και ανάπτυξης μέσα από τη διαμόρφωση μιας ανταγωνιστικής οικονομίας.

Οι προτάσεις που αποτελούν προϊόν συζητήσεων και επεξεργασίας αφορούν παρεμβάσεις στη θεσμική και πολιτική λειτουργία της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης (Υπουργείο Οικονομικών, Κοινοβούλιο Ευρωζώνης, κ.ά.), διεύρυνση του πεδίου αρμοδιότητος ευρωπαϊκών μηχανισμών που γεννήθηκαν από την ανάγκη και την εμπειρία της κρίσης και ενίσχυσης των κοινών ενωσιακών πολιτικών. Ενδεικτικά αναφέρω ένα κρίσιμο ζήτημα και για τη χώρα μας, που αφορά την εξέλιξη των μισθών. Η συζήτηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι έντονη για την αναγκαιότητα δημιουργίας και εθνικών οργανισμών που θα διασφαλίζουν ότι η εξέλιξη των μισθών θα είναι σύστοιχη με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη μισθολογική ομοιογένεια μεταξύ των χωρών-μελών, τουλάχιστον ως προς τη μεθοδολογία και τον τρόπο προσδιορισμού, μειώνοντας έτσι την πιθανότητα οδυνηρών προσαρμογών, όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας.

Το πνεύμα που επικρατεί στην Ε.Ε. και διαπερνά σχεδόν το σύνολο των σχετικών δημόσιων πολιτικών είναι απλό και κατανοητό. Τι οικονομία θέλουμε για την Ε.Ε. προκειμένου να υπηρετηθούν οι βασικές ιδρυτικές αρχές της Ενωσης και το κοινό όραμα; Αφού προσδιοριστούν τα βασικά χαρακτηριστικά της, τότε προσαρμόζονται οι επιμέρους πολιτικές για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την ανταγωνιστικότητα, το ασφαλιστικό σύστημα σε αυτήν. Δημιουργούνται και εκσυγχρονίζονται θεσμικές δομές, ενώ παράλληλα καταβάλλεται προσπάθεια να εξασφαλιστεί κοινή δημοσιονομική ισορροπία για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να αναπτυχθούν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, δημιουργώντας μέρισμα απασχόλησης, ανάπτυξης και επένδυσης για το σύνολο της κοινωνίας.

Ολα τα παραπάνω, όμως, αποκαλύπτουν και ίσως αιτιολογούν τη μερική αποτυχία των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής στη χώρα από το ξέσπασμα της κρίσης. Στη χώρα μας η συζήτηση που γίνεται, φαίνεται, ότι είναι ανάστροφη: Συνήθως τα προβλήματα/ερωτήματα τίθενται ως εξής: «Πώς θα προσαρμόσουμε την οικονομία μας για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στο ασφαλιστικό σύστημα που έχουμε ή θα έχουμε στο μέλλον και να πληρωθούν οι συντάξεις, δηλαδή πώς θα αφαιρέσουμε πόρους από την οικονομία για να υπηρετηθεί το ασφαλιστικό σύστημα;», παρά το «πώς θα μπορέσει ένα αναπτυξιακό ασφαλιστικό σύστημα να γεννήσει πόρους για την οικονομία;». Αντίστοιχη είναι και η συζήτηση για τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις. Προσαρμόζουμε την οικονομία μας για να υπηρετηθούν ειδικότεροι στόχοι, αντί να προσαρμόσουμε αυτούς σε μια συνολικότερη πολιτική για την εθνική μας οικονομία στο πλαίσιο και των ευρωπαϊκών τάσεων και κατευθύνσεων, ενώ παράλληλα φαίνεται ότι κάποιοι προσπαθούν πολύ να υπονομεύσουν τη λειτουργία των θεσμών, τη μακροοικονομική εξυγίανση και να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον λιγότερο ελκυστικό για τις επιχειρήσεις. Ολα αυτά, όμως, καμία σχέση δεν έχουν με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Το προοίμιο του δεύτερου μνημονίου (2012) ξεκινούσε με την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Αντίστοιχα, το μεγαλύτερο μέρος της εισαγωγής του τρίτου μνημονίου (2015) και ολόκληρο το κεφάλαιο 4 αναφέρονται στις απαραίτητες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης διαρθρωτικές πολιτικές. Οι προθέσεις είναι συνήθως καλές αλλά το πρόβλημα παραμένει. Η μηχανική της προσέγγισης και επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων είναι αδύναμη και πολλές φορές αποδεικνύεται αναποτελεσματική. Προτάσεις υπάρχουν. Ας αρχίσουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά.