Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Η σημασία της κανονικότητας

Η σημασία της κανονικότητας
Άρθρο μου στο protagon 

Νιώθουμε ότι ζούμε σε μια εξαίρεση.
Είμαστε η χώρα που μπήκε στην κρίση και δεν έχει καταφέρει ακόμα να ανακάμψει. Η φτώχεια και η ανεργία στα ύψη. Και όταν αχνοφαινόταν λίγο φως φρόντισε το πολιτικό μας σύστημα να μας σύρει σε μια άβυσσο. Έξι μήνες σε μια κλωστή. Απομονωμένοι. Και πάλι. Χωρίς συναινέσεις και ευρύτερη συνεννόηση.
Και τώρα, τι; Ολισθαίνουμε ταχύτατα σε νέους διχασμούς, άγονες αντιπαλότητες, πόλωση. Αυτά για τα οποία η κρίση θα έπρεπε να μας κάνει καλύτερους, ήρθε τελικά με ορμή και αποκάλυψε τα χειρότερα ένστικτα του συλλογικού μας υποσυνείδητου. Φθόνος, ισοπέδωση, μοιρολατρία και παραίτηση. Συνηθίζουμε την αστειότητα και την προχειρότητα στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων. Συνεχείς θεσμικές ακροβασίες που συνοδεύονται από κορώνες για «αποκατάσταση της Δημοκρατίας». Πόσο κούφια ακούγονται αυτά τα λόγια; Πόσο ακόμα κάποιοι βυσσοδομούν στο όνομά της Δημοκρατίας; Αλλά δεν μας κάνουν εντύπωση. Τίποτα, πλέον, δεν μας κάνει εντύπωση. Η εξαίρεση, το μη αναμενόμενο, το αισθητικά, πολιτικά και πολιτισμικά περιθωριακό απέκτησε χαρακτηριστικά κανονικότητας.
Βιώνουμε εκ νέου συνθήκες γενικευμένης ανασφάλειας. Όχι  εκείνης που σε κινητροδοτεί να ρισκάρεις, να τολμήσεις, να καινοτομήσεις, να αναζητήσεις νέους δρόμους. Αλλά ανασφάλεια που παραλύει, υπονομεύει τα όνειρα  και την καθημερινότητά σου, γενικευμένη ανασφάλεια για τους ανθρώπους που ενδιαφέρεσαι, τους συμπολίτες σου.
Τα πάντα έχουν παραλύσει. Η οικονομία, η κοινωνία, οι ζωές μας. Θες να σχεδιάσεις, να προγραμματίσεις τα στοιχειώδη και δυσκολεύεσαι. Σκέφτεσαι τι θα κάνεις εσύ, τα παιδιά σου, οι φίλοι σου. Μπαίνει πάλι στο μυαλό σου η ιδέα του εξωτερικού. Τότε που σπούδαζες και σκέφτηκες να μείνεις αλλά θέλησες να γυρίσεις πίσω στην πατρίδα σου και αναρωτιέσαι αν έκανες λάθος. Και ας πούμε ότι καταφέρνεις να βρεις μια δουλειά έξω. Οι γονείς σου; Οι άνθρωποί σου; Να φύγεις; Και να αφήσεις τη χώρα έρμαιο οργανωμένων συμμοριών, του περιθωρίου, παρία της Ευρώπης, μια χώρα συνεχούς υστέρησης παρά τα βήματα που έγιναν σαράντα χρόνια τώρα;
Είναι αυτή η κανονικότητα, όμως, που θέλουμε; Είναι αυτή η μάχη που θα αποφύγουμε; Χωράνε εδώ, τώρα, κομματικές γραμμές και στείρες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος;
Όχι. Μια κανονική, αξιοπρεπή χώρα σε μια καλύτερη Ευρώπη.
Αυτό θέλουμε. Και αυτό θα προσπαθήσουμε.
* Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις. Μάθαμε κάτι;

Πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις. Μάθαμε κάτι;
Άρθρο μου στο protagon.

Τρία ζεύγη λέξεων, τρία δίπολα καθόρισαν και καθορίζουν το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και εν τέλει τα πολιτικά πράγματα στη χώρα μας τα τελευταία πέντε χρόνια. Τα συμπεράσματα είναι χρήσιμα για τη συνέχεια. Μια διαπραγμάτευση μπορεί να είναι καλύτερη αν έχει το ιστορικό βάθος που της χαρίζει η πείρα του παρελθόντος.

Υποχωρήσεις-Υποσχέσεις: Οι υποχωρήσεις των εταίρων μας γίνονται στον βαθμό εκείνο που αποκτούν βεβαιότητα ότι θα πραγματοποιήσουμε τις υποσχέσεις μας, ότι είμαστε αξιόπιστοι. Οι υποσχέσεις που δίνει το πολιτικό σύστημα απέναντί τους αποτυπώνεται στα επίσημα κείμενα. Οι υποσχέσεις, όμως, που δίνει πολλές φορές στον ελληνικό λαό δεν έχουν σχέση ούτε με τις επίσημες δεσμεύσεις, ούτε με την πραγματικότητα. Η διάψευση των προσδοκιών αυτών έχει ως αποτέλεσμα τον θυμό, την οργή, την ισοπέδωση, την έλλειψη εμπιστοσύνης. Και τότε έρχεται η ώρα της εσωτερικής υποχώρησης και, τελικά, της κατάρρευσης. Αναπαράγεται ένας φαύλος, αντιπαραγωγικός και αντιπαιδαγωγικός κύκλος λαϊκισμού, ιδεοληψιών και άγονης εσωτερικής αντιπαλότητας που οδηγεί σε υστέρηση και απομόνωση.

Οργάνωση-Προχειρότητα: Η χώρα βρέθηκε πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ανέτοιμη απέναντι στην ολική κρίση. Δεν κατάφερε το πολιτικό σύστημα να συζητήσει και να συνεργαστεί με την οργανωμένη κοινωνία και την ακαδημαϊκή κοινότητα για να καταρτίσει και να οργανώσει το δικό της σχέδιο. Η συζήτηση συνήθως γίνεται για τις απαιτήσεις των εταίρων. Στιβαρές πολιτικές προτάσεις και απαντήσεις στα προβλήματα του σήμερα, σπανίζουν.

Όσοι βρίσκονται στην αντιπολίτευση δηλώνουν πάντα έτοιμοι να κυβερνήσουν. Και όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση καταρρέουν από το βάρος της δικής τους ανικανότητας, άγνοιας και προχειρότητας. Το «βλέποντας και κάνοντας» έχει γίνει ιδεολογία. Η ένδεια που αποκαλύπτεται είναι μεγαλύτερη όταν απέναντί σου έχεις υπερεθνικούς οργανισμούς, με εξειδικευμένο προσωπικό, συγκεκριμένες στοχεύσεις και ενίοτε δογματικές εμμονές. Παρά τις μεμονωμένες, αποσπασματικές, έως και ηρωικές προσπάθειες λίγων ανθρώπων, ο πολιτικός βίος ολισθαίνει στις εύκολες και εν τέλει άδικες αποφάσεις που βαθαίνουν το πρόβλημα και μεταθέτουν την ανάληψη της ευθύνης για το μέλλον.

Βούληση-Αδράνεια: Υπήρξαν περίοδοι, σύντομες, με σχέδιο, στόχους, διάλογο ειλικρινή και πολιτική βούληση που κινητοποιούσαν την κοινωνία. Δυστυχώς, όμως, ο κανόνας είναι άλλος. Αδράνεια, επίπλαστος εφησυχασμός, επίκληση στα «θεία» της Ελλάδος. «Άστο για αργότερα», «τώρα δεν είναι η ώρα».

Η ώρα, όμως, έφτασε. Τα ψέματα, οι αστεϊσμοί και οι εύκολοι λόγοι, τελείωσαν.
* Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, διετέλεσε νομικός σύμβουλος των Υπουργών Οικονομικών Στουρνάρα και Χαρδούβελη

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Η πολιτική ανασυγκρότηση του προοδευτικού χώρου .




            H υποχώρηση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη και η αποτυχία τους να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κρίση έχουν δημιουργήσει συνθήκες κοινωνικής απαισιοδοξίας  και γενικευμένης δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα και την ικανότητα του να χειριστεί τα μεγάλα, πλέον, κοινωνικά προβλήματα. Η σοσιαλδημοκρατία παρουσιάζεται χωρίς στόχους και στρατηγική, ανήμπορη να αναδείξει και να προασπίσει τις βασικές της αρχές. Οι περισσότεροι πολίτες θεωρούν ότι ο χώρος της αποκαλούμενης κεντροαριστεράς  σύρεται από τις επιλογές του μνημονίου και ευαγγελίζεται μια πολιτική χωρίς περιεχόμενο, η οποία δεν παρουσιάζει τεκμηριωμένες και ρεαλιστικές προτάσεις. Μια συνεχής άσκηση επί χάρτου.
            Η συζήτηση για τον προοδευτικό χώρο στην Ελλάδα  περιορίζεται συνήθως σε μηχανιστικές-οργανωτικές προσεγγίσεις και σε προσωπικές διευθετήσεις. Είναι λίγες οι συστηματικές προσπάθειες που γίνονται προκειμένου να υπάρξει παραγωγικός διάλογος για να διαμορφωθούν απαντήσεις που χρειάζεται να δώσει μια προοδευτική διακυβέρνηση στα επιτακτικά προβλήματα που θέτει η νέα κοινωνική πραγματικότητα. Προοδευτικές πολιτικές δεν μπορούν πλέον να συνδεθούν μόνο με ένα κόμμα και λίγα πρόσωπα η κινήσεις πολιτών, αλλά με  μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συμμαχία που αδημονεί για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, που είναι πρόθυμη να αγωνιστεί ενσυνείδητα και να κινητοποιήσει ολόκληρη την κοινωνία για μια καλύτερη προοπτική, που αντιδρά στα πολιτικά και κοινωνικά στερεότυπα που μας καθηλώνουν, που θέλει να δώσει δύναμη σε αυτούς που δεν έχουν και που ασφυκτιά ανάμεσα σε ανεδαφικές, φαντασιακές-καταστροφικές πολιτικές προτάσεις των άκρων  και  στην αβελτηρία και τον συντεχνιασμό  ενός πολιτικού συστήματος που παραπαίει.
            Αν πρέπει να ανοίξει μια συζήτηση σήμερα, είναι αυτή της προοδευτικής διακυβέρνησης.
Η χώρα μας είναι αντιμέτωπη με φαινόμενα οικονομικής και κοινωνικής αποσύνθεσης. Η ασφάλεια και η βεβαιότητα της σταθερής προόδου,  κεκτημένα και προνόμια έχουν ανατραπεί. Οι κοινωνικές ομάδες έχουν αλλάξει. Η προοδευτική παράταξη χρειάζεται να ερμηνεύσει τα φαινόμενα αυτά, να τα συνθέσει σε μια συνολική εικόνα και σε μια ρεαλιστική πρόταση για τη χώρα, να προσδιορίσει με ποιους θα έλθει σε αντιπαράθεση και να μιλήσει με λόγο σύγχρονο προσδιορίζοντας εκ νέου το δημόσιο και το ιδιωτικό, την ισότητα και τους γενεσιουργούς παράγοντες της ανισότητας, την κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή, το κοινωνικό κράτος και το κράτος δικαίου, τον αδύναμο και την εκμετάλλευση.  Οι σταθερές μας αξίες πρέπει να συμπληρωθούν με νέες ιδέες χωρίς, όμως, να επιδιώκεται μια επιστροφή στο παρελθόν που καταλήγει να είναι αδιέξοδη μιας και στηρίζεται στη συστηματική αγνόηση των προβλημάτων από ανθρώπους που δεν μπορούν να διαμορφώσουν νέες αντιλήψεις.  Οι νέες ιδέες μπορούν να οδηγήσουν σε μια ηγεμονία του προοδευτικού χώρου, μόνο όταν αυτές είναι πειστικές και αντιμετωπίζουν με ορθολογικό τρόπο τον κανόνα και τις εξαιρέσεις. Επιπροσθέτως, η αποκατάσταση της ηθικής στην πολιτική, έχει ιδιαίτερη σημασία για την προοδευτική διακυβέρνηση αφού εμπεριέχει ηθικά προτάγματα και απαιτεί την ατομική ευθύνη μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνευθύνης, χωρίς η ίδια η διακυβέρνηση να αποτελεί προϊόν μιας ηθικής αντίληψης.

Η περίοδος που διανύουμε έδειξε τη μεγάλη  σύμπλεξη των ευρωπαϊκών αποφάσεων και διαδικασιών με τις ελληνικές εξελίξεις. Ο προοδευτικός χώρος χρειάζεται να συμμετέχει στις συζητήσεις και στη χάραξη ευρωπαϊκών στρατηγικών για ουσιαστική και ποιοτική ανάπτυξη, για κεντρική διαχείριση του χρέους, για μείωση της ανεργίας, ειδικά των νέων, για μια πολιτική συνεννόηση σε ζητήματα φορολογικής και κοινωνικής πολιτικής και εν τέλει για μια ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση ως προαπαιτούμενο για την πολιτική ενοποίηση της ΕΕ. Με θέσεις και  διαπραγματευτική ικανότητα μπορούμε  και να συμμετέχουμε στις εξελίξεις και να διασφαλίσουμε τα συμφέροντά μας.

Ρεαλιστική πρόταση για τη χώρα μπορεί και πρέπει να υπάρξει και να αποτελέσει το περιεχόμενο της πολιτικής μιας προοδευτικής διακυβέρνησης. Στο ερώτημα για το ποιοι και πώς μπορούν να οραματιστούν ρεαλιστικά, να γεννήσουν λύσεις πρακτικές, να σχεδιάσουν εμπνευσμένα , και να υπηρετήσουν αποτελεσματικά ένα τέτοιο σχέδιο, οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες αλλά όχι αξεπέραστες.
 Όσοι  ,και είναι αρκετοί, έχουν τη φιλοδοξία και τον ευγενή σκοπό να αγωνιστούν για τα παραπάνω σχηματίζοντας νέους πολιτικούς φορείς οφείλουν να εργασθούν προς την κατεύθυνση αυτή, τη στιγμή που θεωρούν προσφορότερη. Δεν μπορεί, όμως, να αγνοηθεί η  πολιτική πραγματικότητα και η αναγκαιότητα κυβερνητικής σταθερότητας. Όσοι, και είναι και αυτοί αρκετοί, εντός των υπαρχόντων κομμάτων προσδοκούν σε μια αναβίωση παλαιοκομματικών αντιλήψεων και πρακτικών και στην ενίσχυση του ατομικού τους ρόλου μέσα από μια διαδικασία συνένωσης του χώρου,  δεν μπορούν να αγνοήσουν ότι οι καιροί απαιτούν συνεννοήσεις, αλλαγές και υπερβάσεις προκειμένου ο προοδευτικός χώρος να βρει ενιαία έκφραση, συλλογική ηγεσία και κοινωνική ανταπόκριση.
Δεν μας λείπουν ούτε οι ιδέες ούτε οι άνθρωποι. Απαιτούνται βούληση, τόλμη  και ειλικρινείς προθέσεις.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα

Σημεία από την ομιλία μου στην Τεχνόπολη στο Γκάζι στις 28.11.2012 στο πλαίσιο της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν 6 κινήσεις πολιτών.



Φίλες και φίλοι,
Σας καλωσορίζω εκ μέρους της πολιτικής κοινότητας «Μπροστά» στη σημερινή εκδήλωση.
Η κρίση μέχρι τώρα μας φανέρωσε δύο πράγματα.Πρώτον , ότι οι αιτίες της  έχουν να κάνουν κυρίως με το  κοινωνικό και πολιτικό μας σύστημα και ότι η χώρα δυστυχώς εξακολουθεί να κινείται με δομές και πρακτικές του περασμένου αιώνα.Δεύτερον, ότι οι ευθύνες και των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι βαρύτατες. Υπήρξαν άτολμες και καθυστέρησαν.
Γι αυτό πιστεύουμε, ότι είμαστε και θα είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε οι ίδιοι λύση στο πρόβλημά μας. Με πολιτικό  διάλογο, όπως αυτόν εδώ σήμερα,  σχέδιο, ιδέες , πρόσωπα και  ηγεσίες που θα προκύψουν, με μια νέα πολιτική, κινηματική και οργανωτική συλλογικότητα.
Τρία βασικά ερωτήματα για την ανασυγκρότηση του χώρου.
1)Είναι το ευρωπαϊκό περιβάλλον σήμερα πεδίο πολιτικών και ιδεολογικών αλλαγών και πόσο μας ενδιαφέρει ή μας επηρεάζει η συζήτηση αυτή;
Δεν υπάρχει νομίζω αμφιβολία ότι η ελληνική κρίση αποτέλεσε την αφορμή να φανερωθούν αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. O Στρος Καν είχε πει κάτι ενδιαφέρον : « Φαίνεται σήμερα ότι πρόκειται για μια κρίση χρέους. Πολύ περισσότερο είναι μια κρίσης ανάπτυξης. Πίσω από την κρίση ανάπτυξης υπάρχει μια κρίση ηγεσίας».
Κρίση, Ανάπτυξη, Ηγεσία. Θα προσέθετα μερικές ακόμα. Αλληλοβοήθεια και Κατανόηση, Αξίες και  Κανόνες, Συνοχή, Αυτονομία. Όλες με κάποιο τρόπο συνδέονται μεταξύ τους και αποτελούν τα σημεία της νέας αντιπαράθεσης. Ιδεών και προσώπων,ακόμα και κρατών.
Η σοσιαλδημοκρατία χρειάζεται να ορίσει και να μιλήσει και πάλι για το ποιες αξίες προασπίζεται.  Συνολικά ως σοσιαλδημοκράτες να αντιληφθούμε  τις εγχώριες και παγκόσμιες αλλαγές και να επαναπροσδιορίσουμε  ποιος είναι ο αδύναμος, ποιος χρειάζεται προστασία, πώς πετυχαίνουμε την κοινωνική συνοχή.
Να συζητήσουμε για αναπτυξιακές παρεμβάσεις μικρής ή μεγάλης κλίμακας. Πώς εντάσσουμε το τραπεζικό σύστημα και μηχανισμούς χρηματοδότησης σε αυτή τη διαδικασία. Να αντιμετωπίσουμε την ευρύτερη κρίση του Νότου και τα προβλήματά του, όπως αυτό της ανταγωνιστικότητας και να συντονίσουμε τις ενέργειες και τις πολιτικές μας για να  μην γίνει ο Νότος της Ευρώπης  Κίνα αφού υπάρχουν τέτοιες σκέψεις μιας και το περιβάλλον είναι σχετικά σταθερό, με γεωγραφική εγγύτητα στο δυτικό κόσμο και με ελεγχόμενη μίζα.
Η αλληλοβοήθεια και η κατανόηση στην ΕΕ είναι επιβεβλημένη. Οφείλει όμως να υπακούει σε κανόνες. Δεν μπορεί να είναι εκμετάλλευση του πιο αδύνατου από τον ισχυρότερο ούτε ο εμπαιγμός  του πιο αναπτυγμένου από τον πιο αδύναμο. Για να είμαστε αυτοδύναμοι δεν μπορούμε να ακολουθούμε φοβικούς και δήθεν ανεξάρτητους δρόμους.
Και στα θέματα ηγεσίας, πλέον είναι ευδιάκριτο: Ποιοι θέλουν με ειλικρίνεια να προχωρήσει αποτελεσματικά η πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση. Ποιοι δεν θέλουν την ενίσχυση των κεντρικών οργάνων, Ποιοι επιζητούν μεγαλύτερη δημοκρατικότητα και διαβούλευση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Επομένως , η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ΝΑΙ. Η περίοδος αυτή έδειξε ότι η σύμπλεξη των ευρωπαϊκών αποφάσεων και διαδικασιών με τις ελληνικές εξελίξεις είναι μεγάλη και ότι η οποία συζήτηση στην Ευρώπη μεταφέρεται, επιδρά και επικυριαρχεί στη χώρα. Ο πολιτικός χώρος που έχει ταυτιστεί με την αλλαγή, τον εκσυγχρονισμό, τον κοινωνικό φιλελευθερισμό πρέπει να έχει μάτια και αυτιά ανοιχτά σε αυτή τη συζήτηση.
2)Υπάρχει ρεαλιστική πρόταση για τη χώρα και αν ναι ποια είναι αυτή;
Κεκτημένα και διαπιστώσεις της περιόδου.
1.Η  ελληνική κοινωνία, ή έστω ένα μέρος της, συνειδητοποίησε και πάλι την ανάγκη εκσυγχρονισμού της χώρας και το μέγεθος της υστέρησής της σε πολλά θέματα.
2.Για να  συμπράξει η κοινωνία σε μια τόσο ριζική αλλαγή, χρειάζεται μια προοπτική που να την κινητοποιεί.
Είναι δύο κεκτημένα πάνω στα οποία πρέπει να οικοδομήθει ένας πολιτικός διάλογος που θα οδηγήσει σε ένα δύσκολο αλλά κοινωνικά δίκαιο και εφαρμόσιμο σχέδιο για να επανασυνδεθούμε πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά με τις ευρωπαϊκές χώρες. Σχέδιο πολιτικό που θα συνταχθεί με τη βοήθεια ειδικών. Σχέδιο που θα συγκινήσει και θα πείσει τους πολίτες ότι δεν αγνοεί τα συμφέροντά τους. Σχέδιο που θα οδηγεί τη χώρα μπροστά.
Οι άξονες είναι αρκετοί ( δημοσιονομική προσαρμογή, φορολογική δικαιοσύνη, δημόσια διοίκηση κλπ)  θα αναφερθώ, όμως, λόγω και του περιορισμένου χρόνου μόνο σε δύο.
Πρώτος  βασικός άξονας είναι η διαμόρφωση ενός ειδικότερου προγράμματος  για τον χειρισμό της κρίσης για να μπορούμε να βελτιώσουμε την κατάσταση. Πολιτικές για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την προστασία των αδυνάτων πρέπει να είναι στην προτεραιότητά μας. Ενδεικτικά:


 Τα όσα λέγονται για μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις είναι  ακόμα μακρινά. Η απλοποίηση των διαδικασιών και η δημιουργία ενός ευνοϊκότερου επενδυτικού περιβάλλοντος είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Επενδύσεις, όμως, θα πραγματοποιηθούν όταν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην οικονομία και την πολιτική σταθερότητα. Μέχρι τότε πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε και πώς θα επενδύσουμε στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Ανάπτυξη μικρής και μεσαίας κλίμακας. και στήριξη σε νέες κατευθύνσεις. Να λάβουμε υπόψη μας τις τάσεις στην κοινωνία ( επιστροφή στην ύπαιθρο) και εκεί να παρέμβει το κράτος συστηματικά και επικουρικά. Να δούμε τι κάνουμε και πώς θα υποστηρίξουμε αυτούς που έκλεισαν ή είναι έτοιμοι να κλείσουν την μικρή επιχείρηση στις γειτονιές μας  αλλά και με αυτούς που ανοίγουν στη θέση αυτών που κλείνουν,  για να μην κάνουν τα ίδια λάθη.
Να  συνδέσουμε τις παραγωγικές με τις κοινωνικές ανάγκες και να κατευθύνουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων επιστημόνων και επαγγελματιών στους αναπτυξιακούς τομείς που η χώρα έχει αποφασίσει.
Να δούμε γιατί οι πρωτοπόρες και καινοτόμες χώρες δαπανούν το 65% των πόρων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και 35% στην τριτοβάθμια ενώ εμείς το αντίστροφο

Να συζητήσουμε αν πρέπει να δώσουμε έμφαση στην τεχνική εκπαίδευση και να δούμε γιατί οι χώρες  που έχουν τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας στους νέους, κατευθύνουν το 70% των μαθητών στην τεχνική εκπαίδευση.

Γιατί το Βέλγιο με πληθυσμό ίδιο με εμάς έχει τους μισούς διδάκτορες και κατά πόσο οι διδάκτορες πρέπει να κατευθύνονται και στον ιδιωτικό τομέα όπου μπορούν να ενισχύσουν τη νέα επιχειρηματικότητα και απασχόληση.

Να αξιολογήσουμε το γεγονός ότι χωρίς να υπολογίσουμε όσους σπουδάζουν στο εξωτερικό, οι σπουδαστές και φοιτητές της χώρας είναι περίπου τα ¾ της προ-παραγωγική γενιάς και αν αυτό το μοντέλο πλέον το θέλουμε.

Η ανάπτυξη, έστω μικρής κλίμακας, μπορεί να φέρει δουλειές και να ενισχύσουμε τους αδυνάμους, άνεργοι, υποαπασχολούμενοι. Αδύναμος είναι πλέον ο οποιοσδήποτε έχει ανάγκη ανεξαρτήτως κοινωνικού στρώματος. Η σύνθεση του φτωχού πληθυσμού έχει αλλάξει σημαντικά.
            Πρέπει να σκύψουμε σοβαρά στο θέμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για όλους τους ανέργους αλλά και ελεύθερους επαγγελματικές που δεν μπορούν να πληρώσουν τις εισφορές τους.. Τουλάχιστον 2εκ άνθρωποι αυτή τη στιγμή δεν έχουν πρόσβαση σε παροχές υγείας. Είναι θέμα που επείγει.
Και όταν υπάρχει εξάπλωση φτώχειας τα αγαθά που υπονομεύονται και πλήττονται πρώτα είναι αυτά της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης. Ο πυρήνας δηλαδή της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής.
Επομένως, να συζητήσουμε και να καταλήξουμε:  Πώς ,ειδικά τώρα, αντιμετωπίζουμε την ανισότητα που υπονομεύει την αλληλεγγύη;  
 Πώς θα αποτρέψουμε την περαιτέρω υποβάθμιση δημοσίων υπηρεσιών, αγαθών και θεσμών, των χώρων συνάντησης πολιτών με διαφορετική κοινωνική προέλευση;

Δεύτερος άξονας  είναι η αντιμετώπιση των πολλών  αιτιών της υστέρησης της ελληνικής κοινωνίας. Δηλαδή, Νοοτροπίες και  Συμπεριφορές μέσα από μια Πολιτισμική Ανατροπή. Ναι, μπορούμε να συζητήσουμε πλέον ανοιχτά και με τα διδάγματα πολύ πρόσφατα, για το ποιοι είμαστε, που θέλουμε να ανήκουμε, τι αναθεωρούμε, τι αφήνουμε και τι επιδιώκουμε, Έχουμε πλέον καταγεγραμμένη μια πυκνή ιστορία προσπαθειών, πρωτοβουλιών, επιτυχιών και αποτυχιών που μας επιβάλλει να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά με ειλικρίνεια,αυτοκριτική και αλήθεια, βλέποντας την αδυναμία μιας κοινωνίας που δεν έγινε τελικά ποτέ αυτοδύναμη και δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με τον εαυτό της.
 Η   παιδεία και μόνο αυτή μπορεί να διαχέει μια αξιακή κολτούρα σε όλο και πιο πολλούς. Μια παιδεία που δεν περιορίζεται στο χώρο της εκπαίδευσης αλλά έχει να κάνει με τους διαμορφωτές κοινής γνώμης, τα νέα κοινωνικά κινήματα, τις κινήσεις πολιτών και βέβαια το πολιτικό παράδειγμα ,με ό,τι αλλαγές αυτό συνεπάγεται στο πολιτικό σύστημα και τον Καταστατικό Χάρτη της χώρας.
Επομένως , ναι υπάρχει ρεαλιστική λύση . Δύσκολη αλλά εφαρμόσιμη.

3) Τρίτο και τελευταίο ερώτημα. Ποιοι και πώς μπορούν να οραματιστούν ρεαλιστικά, να γεννήσουν λύσεις πρακτικές, να σχεδιάσουν εμπνευσμένα , και να υπηρετήσουν αποτελεσματικά ένα τέτοιο σχέδιο.
Ο Νίκος Θέμελης είχε πει σε μια από τις τελευταίες ομιλίες του « Οι καιροί μας καλούν σε αναμετρήσεις. Δεν μας λείπουν οι ιδέες ούτε οι άνθρωποι. Λείπει η σπάνια συγκυρία όπου όλοι μαζί θα πέσουν ενσυνείδητα και ομόψυχα σε μια προσπάθεια να κινητοποιήσουν την κοινωνία.»

Φίλες και φίλοι,

Πιστεύουμε  ότι από το χώρο της προόδου θα ξεπηδήσουν και οι ιδέες και οι άνθρωποι. Είναι ο χώρος που στηρίχθηκε στην κεντρική γενιά σε όλες τις ιστορικές του φάσεις, και ειδικά στις στιγμές εκείνες που χρειάστηκε μια φυγή προς τα εμπρός ενώ τώρα φαίνεται να έχει αποκοπεί από μια γενιά που  συμπιέζεται  από τις συνέπειες της χρεοκοπίας, ενώ θέλουμε να δημιουργήσουμε. Της πρώτης μεταπολεμικά γενιάς  που δεν ζει με την προσδοκία μιας καλύτερης πραγματικότητας. Υπάρχει πολιτικό και γενεακό χάσμα.

Νομίζω ότι όλοι θέλουμε μια διευρυμένη πολιτική κοινότητα αρχών και δράσεων, ώστε να είμαστε παρόντες στη δημόσια συζήτηση,  να διευρύνουμε τη  συναντίληψη και συνεργασία και με άλλους χώρους ή ενώσεις πολιτών.
Δεν απορρίπτουμε συλλήβδην το παρελθόν. Ούτε πρόσωπα ούτε πολιτικές. Δεν θεωρώ ότι είμαστε σε θέση να προτείνουμε ή να υποδείξουμε σε οργανωμένα κόμματα να (αυτό-)διαλυθούν , να ανασυγκροτηθούν ή ο,τιδήποτε άλλο. Δεν πιστεύουμε ότι με μηχανιστικές προσεγγίσεις ή προσωπικές διευθετήσεις θα δημιουργηθούν νέες συλλογικότητες.
Χρειάζονται υπερβάσεις, συνεννόηση, ειλικρίνεια και υπομονή. Να αναζητήσουμε και να διαπιστώσουμε αν αυτά που λέμε και θεωρούμε ότι μας ενώνουν αφορούν τον πολύ κόσμο. Αν η κοινωνία έχει ξεπεράσει ακόμα την οργή και το θυμό που έχει απέναντι στην ευρύτερη παράταξη.
Να μιλήσουμε με περισσότερους για να γίνουμε περισσότεροι. Να μιλήσουμε με τους καλύτερους για να γίνουμε καλύτεροι. Να μιλήσουμε με όσους είναι δεν είναι στο προσκήνιο της πολιτικής και οικονομικής ζωής και να τους φέρουμε Μπροστά. Άξιους πολίτες. Να πείσουμε  και να μας εμπιστευθούν.
Είμαστε πεπεισμένοι ότι ένα σχέδιο για το αύριο δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια μηδενιστική προσέγγιση του σήμερα και του χθες. Διαφορετικά, δεν θα είναι εφαρμόσιμο. Η συνολική απόρριψη της πολιτικής βολεύει αυτούς που επιδιώκουν τη βαθύτερη διαίρεση .
Είμαστε εξίσου πεπεισμένοι, όμως,  ότι το υπάρχον πολιτικό δυναμικό της χώρας, με τις εξαιρέσεις του, δεν μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάκαμψη της Ελλάδας. Η αλλαγή θα έρθει, τα νέα πρόσωπα  θα αναδειχθούν, αν  επεξεργαστούμε προτάσεις και  πιστέψουμε στη δύναμη των ιδεών, που μας ενώνουν και μας εμπνέουν.
.



Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

H Ελλάδα στις ράγες της Ευρώπης

Άρθρο στο protagon.gr

Το νέο βιβλίο του Κώστα Σημίτη « Ο εκτροχιασμός» έρχεται σε μια περίοδο, κατά την οποία η κοινή γνώμη προσπαθεί να αφομοιώσει τα νέα μέτρα και τις όποιες εγγυήσεις σταθερότητας και ασφάλειας δίνει η τρικομματική κυβέρνηση, τα όσα εύκολα προτείνονται από την αντιπολίτευση, τη συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους της χώρας και τη διελκυνστίδα μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ,  την εκταμίευση της δόσης.  Πολλά γεγονότα και ακόμα περισσότερα ερωτήματα. Η σύγχυση είναι γενικευμένη και οι πολίτες προσπαθούν μέσα σε κλίμα απαισιοδοξίας να αποκωδικοποιήσουν και να αναλύσουν την πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω τους.
Αν κάτι, όμως,  είναι πλέον ευδιάκριτο, το οποίο αναδεικνύει ο συγγραφέας μέσα από το βιβλίο του και το διατρέχει ως κεντρική ιδέα, είναι η σύμπλεξη των πολιτικών, των συσχετισμών και των αποφάσεων στο ευρωπαϊκό πεδίο με τις εξελίξεις στη χώρα μας σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι αποφάσεις και εξελίξεις στην Ευρώπη δεν γίνονται σε χρόνο ανεξάρτητο από τα όσα διαδραματίζονται στη χώρα μας.  Οι ανεπάρκειες της αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ και η ατολμία των ηγεσιών της ΕΕ δεν άφησαν ανεπηρέαστη την εξέλιξη της ελληνικής υπόθεσης. Την καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό.
Από την άλλη ,η αδυναμία και απροθυμία του ελληνικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος να κινηθεί μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ,γρήγορα και αποφασιστικά, με σχέδιο και συναίνεση,  προς την κατεύθυνση των μεταρρυθμίσεων και της ρήξης με νοοτροπίες του παρελθόντος, οδήγησαν στην ελληνική κρίση και στη συνεχή χειροτέρευσή της . Ακόμα και σήμερα, οι πολιτικές και κοινωνικές ηγεσίες, δεν φαίνονται ικανές και πρόθυμες  να ενημερώσουν με ειλικρίνεια και να προετοιμάσουν την κοινή γνώμη για το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται. Για το χρόνο, ο οποίος χρειάζεται, για τους κινδύνους που διατρέχουμε. Για τις προτεραιότητες των ευρωπαίων εταίρων και τις μεταξύ τους ισορροπίες. Για την αναγκαία από εμάς διαπραγμάτευση, όχι μόνο για το ελληνικό ζήτημα αλλά και για το μέλλον της ευρωζώνης και της Ευρώπης στο σύνολό της. Εύκολες λύσεις, δεν υπάρχουν.
Υπάρχει κάποιος λόγος που η ελληνική κοινωνία πρέπει να είναι τόσο ενήμερη και προετοιμασμένη; Δεν θα ήταν καλύτερα να ακολουθήσουμε την πεπατημένη ώστε με ευκαιριακές επιλογές και πρόσκαιρες εντυπώσεις να διαχειριστούμε την κρίση, μέχρι ένας από μηχανής Θεός να δώσει την τελική λύση;
Οι αλλαγές δεν πρόκειται να προχωρήσουν αν δεν υπάρχει γνώση των προβλημάτων και  κοινωνική συναίνεση. Η ανυπομονησία των πολιτών θα μεγεθύνεται όσο δεν έρχεται γρήγορα η λύση. Ο λαϊκισμός, ο εύκολος και πρόχειρος λόγος , θα βρίσκουν περισσότερους πρόθυμους ακροατές και οπαδούς. Οι κρίσιμες αποφάσεις θα μετατίθενται για αργότερα, όσο η δυσαρέσκεια θα μεγαλώνει.
Το 2008 ο Κ.Σημίτης μίλησε για τις συζητήσεις που γίνονταν διεθνώς για το ενδεχόμενο η χώρα να ζητήσει τη βοήθεια του ΔΝΤ λόγω αδυναμίας δανεισμού από τις αγορές. Το 2011 αναφέρθηκε στην ανάγκη αναδιάρθρωσης του χρέους, όταν ένα τέτοιο ενδεχόμενο είχε δαιμονοποιηθεί και φόβιζε την κοινή γνώμη. Οι αναφορές αυτές δεν έχουν να κάνουν με το αν δικαιώνεται ο πολιτικός ή όχι. Αφορούν την αξιοπιστία της πολιτικής στο σύνολό της. Η έγκαιρη προετοιμασία της κοινωνίας είναι προαπαιτούμενο για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης πολίτη και πολιτικής. Με το βιβλίο του ο Κ.Σημίτης  καταγράφει και αναλύει συστηματικά τα γεγονότα της κρίσης, αναφέρεται στα αίτια αυτής  και δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα που έχουμε όλοι μας. Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί χρόνο,  νέες πολιτικές για την Ευρώπη, εντατική δουλειά στην Ελλάδα και προσπάθεια προς νέες κατευθύνσεις. Ας είμαστε προετοιμασμένοι για να τα καταφέρουμε όλοι μαζί.
*O Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

Ποια η θέση και ποιο το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη;



Ομιλία μου σε εκδήλωση που διοργάνωσε την 7η Ιουνίου 2012 ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας μας (ΟΠΕΚ) με θέμα " Ποια η θέση και ποιο το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη" με τη συμμετοχή και των Γιάννη Βούλγαρη, Τάκη Ιωακειμίδη,Ηλία Κανέλλη και Γιώργου Παγουλάτου.



30 περίπου χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. 10 χρόνια με το ευρώ στην τσέπη μας. Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο ιστορικές περιόδους , 20 χρόνια πριν, ιδρύθηκε ο ΟΠΕΚ φιλοδοξώντας να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία για τα απαραίτητα βήματα εκσυγχρονισμού και εξευρωπαισμού της χώρας.
Σήμερα, 20 χρόνια μετά, εδώ στον ΟΠΕΚ, συζητάμε για τη θέση και το μέλλον της Ελλάδας στην Ευρώπη υπό δραματικά διαφορετικές συνθήκες.
Η χώρα βρίσκεται ένα βήμα πριν την έξοδό της από ευρωζώνη και πιθανά από την ΕΕ. Από μια ΕΕ που φαίνεται ότι με αφορμή την κρίση στη Ελλάδα συνειδητοποίησε προβληματικές και εσφαλμένες πολιτικές ,αδυναμίες στην αρχιτεκτονική της ευρωζώνης και όπως συνήθως συμβαίνει,  διαφαίνεται ότι έστω  με αρκετή καθυστέρηση, θα πάρει τις σωστές αποφάσεις.
Στην παρέμβασή μου  επιδιώκω να αναδείξω μια , από τις πολλές,  πτυχές του θέματος  που συζητάμε σήμερα.
 Η Ελλάδα έχει θέση και μέλλον στην Ευρώπη αρκεί η κεντρική γενιά να ανασύρει  την ελπίδα, το πάθος και την αποφασιστική ορμή   να δουλέψει για το σκοπό αυτό. Εφόσον δηλαδή οι νέοι μας, οι παραγωγικές δυνάμεις και τα δυναμικά στρώματα ενσυνείδητα πιστέψουν σε ένα νέο αφήγημα για τη χώρα με πρωταγωνιστές  τους ίδιους και ανοίξουν νέους δρόμους για την κοινωνία.  όπου το  διαρκές και κεντρικό αίτημα μιας καλύτερης ζωής για όλους  θα  είναι  αποτέλεσμα μια διαδικασίας συλλογικής αυτογνωσίας και  συμφωνίας
Η θέση μου αυτή πατάει σε τρείς άξονες για τους οποίους και σύντομα θα μιλήσω.
1 Μια πολιτική πολιτισμού που θα στηρίξει το νέο αυτό αφήγημα για να απαλλαγούμε από μια  αυτοκαταστροφική παιδεία , που πρέπει να αλλάξει.
2. Ένας εντατικός διάλογος για πολιτικές που θα προτείνουν ρεαλιστικές λύσεις και θα επαναφέρουν στο κοινωνικό μας λεξιλόγιο και στο συλλογικό μας υποσυνείδητο έννοιες  όπως  «παράγω», «δημιουργώ», «συμμετέχω», «προσφέρω».  «μορφώνομαι», «αγωνιώ», «αναζητώ», «σέβομαι».
3. Πολιτική εκπροσώπηση της γενιάς αυτής.
Πριν όμως αναφερθώ  στα παραπάνω, θέλω να κάνω δυο αναγκαίες διευκρινήσεις.
Η πρώτη είναι  ότι δεν μπορώ και δεν θέλω να μιλήσω για το ενδεχόμενο η χώρα να είναι ερείπια ύστερα από λίγες εβδομάδες. Δεν μπορώ να μιλήσω για αφηγήματα, πολιτικές, νέες συλλογικότητες, νέα γενιά αν η πατρίδα μας αντιμετωπίσει άμεσα  τον  όλεθρο της εξαθλίωσης, της απομόνωσης και της υπονόμευσης της δημοκρατίας, των θεσμών και της λειτουργίας της.
 Τοποθετούμαστε όλοι σε μια ιστορική στιγμή που παρά τα αντίθετα μηνύματα οφείλουμε, έχοντας την αίσθηση του κατεπείγοντος, να διαθέσουμε όλη μας τη δύναμη για να αντιμετωπίσουμε την κρίση αλλά παράλληλα  να σχεδιάζουμε συλλογικά για ένα καλύτερο μέλλον, Δηλαδή  για το πώς   
σε 10-20 χρόνια από σήμερα θα είμαστε ένα αναπτυγμένο κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά Κράτος .
Με ποιες νοοτροπίες, ποια δημόσια ήθη, ποια διδάγματα, ποιο προσανατολισμό, ποιους θεσμούς και ποιους πολιτικούς θα πορευτούμε 
Πώς θα δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο όπου ο καθένας θα αισθάνεται ότι μπορεί να πετύχει όσα επιδιώκει και ονειρεύεται.
Η δεύτερη διευκρίνιση είναι, ότι ο εντοπισμός « μιας κάποιας λύσης» σε μια συγκεκριμένη γενιά και η ανάδειξη ενός γενεακού χάσματος  ίσως αποτελεί σημάδι σημαντικής υστέρησης μιας κοινωνίας. Αναγνωρίζω και σέβομαι τους κόπους και θυσίες όλων των γενεών, την πείρα τους  και όσα αυτές κόμισαν και κομίζουν χωρίς όμως να θέλω να επιβαρύνομαι με την αρνητική τους κληρονομιά.  Αναγνωρίζω τις πολιτικές και κοινωνιολογικές θεωρίες, τις ιδεολογικές προσεγγίσεις που απορρίπτουν μια γενεακή θεώρηση των πραγμάτων και αντιμετώπιση των πολιτικών ζητουμένων. Αναγνωρίζω, όμως, και την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί γύρω μου και αναγκαστικά η όποια ανάλυση περνάει μέσα και από αυτή. Μια πραγματικότητα που διαμορφωνόταν στη χώρα αλλά και σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό νότο δημιουργώντας νέες ανισότητες, απομόνωση και διέυρυνση του αριθμού όσων βρίσκονταν εκτός συστήματος,  παραγωγής, εργασίας, πολιτικής κοκ, εξέλιξη για την οποία η Ευρώπη φέρει και αυτή μεγάλη ευθύνη.

Ποια τα χαρακτηριστικά, λοιπόν, της γενιάς αυτής και ποιες οι προϋποθέσεις δημιουργίας ενός εθνικού  αφηγήματος με κεντρικό άξονα μια νέα πολιτική πολιτισμού και παιδείας;

Είναι η πρώτη γενιά μεταπολεμικά που δεν ζει με την προσδοκία μιας καλύτερης πραγματικότητας αν και  συγκεντρώνει τα περισσότερα προσόντα και τις περισσότερες δεξιότητες. Πιστεύει όμως στις δυνατότητές της, αλλά και στο ότι η Ευρώπη είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορεί να τις αξιοποιήσει αφού είναι μια κοινότητα που έχει ωφελήσει την Ελλάδα .
 Μια γενιά, όμως,  εγκλωβισμένη σε περιστασιακές θέσεις εργασίας- ακόμα και για τους νέους υψηλής εξειδίκευσης- με ελάχιστα δικαιώματα ή καταδικασμένη στην ανεργία .

Μια γενιά που ένα κομμάτι της βρισκόταν στο οικονομικό και κοινωνικό περιθώριο ακόμα και στα χρόνια της ευημερίας, στην παρανομία και τη μαύρη εργασία, εκτεθειμένοι στην εργοδοτική αυθαιρεσία

Οι έννοιες της απόκτησης ιδιοκτησίας, της αποταμίευσης, της σταθερής εργασίας, της ασφάλειας ακόμα και της δημιουργίας οικογένειας φαντάζουν πλέον απραγματοποίητες.

 Σήμερα, ίσως το ποιοτικότερο και παραγωγικότερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται εκτός οικονομικού και παραγωγικού χάρτη ή υποαπασχολείται.

Αν και η Νέα Γενιά και ιδίως οι ηλικίες 25 έως 35 ετών είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι υπήρχαν παράγοντες πολιτισμικοί και κοινωνικοοικονομικοί που υπονόμευαν τις  προοπτικές της , η οικονομική κρίση ήρθε να επισπεύσει την αλλαγή στην πολιτική συμπεριφορά.
 Νέα δίπολα δημιουργήθηκαν, η οικογενειακή στήριξη αποδυναμώθηκε και  η πόλωση που εμπόδιζε την κινητικότητα των νέων ψηφοφόρων έπαψε να υπάρχει.
Στις εκλογές αυτές είχαμε μια ηλικιακή τομή. Στις ηλικές 18-34 το 83% δεν ψηφισε πασοκ-νδ. Συγκυριακό;απλό σύμπτωμα. Απογοήτευση, διαμαρτυρία, οργή, ριζοσπαστισμός, αλλαγή, έλλειψη προσανατολισμου; Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως δεν είναι μια στατική κατάσταση. Είναι , μια μεταβαλλόμενη πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε , πρέπει να μας προβληματίσει αλλά δεν πρέπει να την φοβηθούμε και να την βάλουμε απέναντι.

Αναπόδραστα, η σημερινή γενιά θα ξανασυγκεντρωθεί γύρω από κάποια αφήγηση, ένα εθνικό πρόταγμα που θα καθορίσει και τη μορφή της χώρας για τα επόμενα χρόνια.
 Όπως ήταν το αίτημα για την αποκατάσταση και εμπέδωση μιας  σύγχρονης δημοκρατίας, αργότερα το αίτημα για την Αλλαγή και  πιο πρόσφατα το αίτημα για τον εκσυγχρονισμό, αιτήματα που παραμένουν επίκαιρα γιατί ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν αφού υπονομεύθηκαν από την τρέχουσα κουλτούρα,  παρόλα αυτά συγκίνησαν και κινητοποίησαν τη νέα γενιά και βρήκε ακόμα και πολιτική εκπροσώπηση.
Έτσι και τώρα θα προβάλλει ένα νέο εθνικό αφήγημα.

Χρειάζεται όμως να απαντήσουμε στα αίτια που οδήγησαν την κοινωνία στο σημερινό αδιέξοδο για να μπορέσουμε να δώσουμε ιστορικότητα στο παρόν επικαιροποιώντας το παρελθόν. Για αυτά έχουν γραφεί και λεχθεί πολλά.

 Άλλωστε, σημασία έχει τι κάνουμε από εδώ και πέρα

Πολύ σύντομα θα πω ότι είχαμε την ευκαιρία τα τελευταία δέκα χρόνια να αλλάξουμε τη ζωή μας και δεν το κάναμε έτσι όπως θα μπορούσαμε. Είχαμε ένα πολιτικό σύστημα που λειτούργησε ως επιταχυντής της ολικής κρίσης αφού εξέθρεψε την κομματοκρατία και ενίσχυσε τη δημοσιονομική ασωτία του κράτους. Προσθέτω τη  διάβρωση όλων των εκφάνσεων της δημόσιας ζωής από το κράτος, την  επανειλημμένη αποτυχία των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα αλλά και τη δυσπιστία για τα  πολιτικά κόμματα και μια απογοήτευση από την πολιτική. Η κρίση βρήκε τη χώρα ανοχύρωτη και απροετοίμαστη σε επίπεδο εξουσίας, οικονομίας, κοινωνικών δομών και κυρίως νοοτροπίας. Λίγοι μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν με ειλικρίνεια την είσοδό μας σε μια σκληρή πραγματικότητα. Και ακόμα λιγότεροι μπόρεσαν να ακούσουν, αφού οι φωνές του λαϊκισμού και της αντίδρασης ήταν πολλές .

Επομένως, το νέο εθνικό αφήγημα, δεν μπορεί παρά να απαντά θετικά και να ανατρέπει  όσα μας καταδίκασαν σε υστέρηση.
Δεν μπορεί παρά να παρουσιάζει ένα σύνολο κυρίαρχων αντιλήψεων, θεσμών και τρόπων λειτουργίας, συμπεριφορών και πεπραγμένων, εκφάνσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας, που θέλει να βλέπει τα πράγματα να πηγαίνουν μπροστά.
 Ένα αφήγημα που δημιουργεί αναχώματα στην υποχώρηση του δημοσίου συμφέροντος προς αποφυγή του πολιτικού κόστους, που απελευθερώνει τη διακυβέρνηση από το πελατειακό κράτος.
 Ένα αφήγημα που απομονώνει την ελαστική ηθική στη δημόσια ζωή και αποκαθιστά την ηθική στάση ως ζωτική ανάγκη στο δημόσιο βίο. 
Ένα αφήγημα που  μπορεί να επιβεβαιώσει καθημερινά και με ρεαλιστικό τρόπο τα οράματά μας, να  ενθαρρύνει συλλογικότητες σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνευθύνης,  να ενδυναμώσει τις σχέσεις πολίτη με κοινωνία και πολιτεία.
Ναι, μπορούμε να συζητήσουμε πλέον ανοιχτά και με τα διδάγματα πολύ πρόσφατα, για το ποιοι είμαστε, που θέλουμε να ανήκουμε, τι αναθεωρούμε, τι αφήνουμε και τι επιδιώκουμε, τι περιεχόμενο δίνουμε στην ανανέωση, γιατί οι υπάρχουσες μεταρρυθμιστικές δυνάμεις αδυνατούν διαχρονικά να φέρουν ολική ανατροπή παρά τις προσπάθειές τους. Έχουμε πλέον καταγεγραμμένη μια πυκνή ιστορία προσπαθειών, πρωτοβουλιών, επιτυχιών και αποτυχιών που μας επιβάλλει να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά με ειλικρίνεια, αυτοκριτική και αλήθεια, βλέποντας την αδυναμία μιας κοινωνίας που δεν έγινε τελικά ποτέ αυτοδύναμη.
Προφανώς, ένα νέο εθνικό αφήγημα δεν εξαντλείται στην παιδεία και τον πολιτισμό μας. Αφορά τη θέση μας στο κόσμο, τη λειτουργία της δημοκρατίας μας, το παραγωγικό μας μοντέλο, κοινωνικές συμφωνίες για πολιτικές στήριξης, πώς δημιουργούμε μια κοινωνία ευκαιριών και ισότητας , μια δίκαιη κοινωνία.
Όμως , η παιδεία και μόνο  αυτή  μπορεί να διαχέει μια αξιακή κολτούρα σε όλο και πιο πολλούς. Μια παιδεία που δεν περιορίζεται στο χώρο της εκπαίδευσης αλλά έχει να κάνει με το πολιτικό παράδειγμα, τους διαμορφωτές κοινής γνώμης, τα νέα κοινωνικά κινήματα, τις κινήσεις πολιτών. 

ΙΙ. Η πολιτισμική αυτή ανατροπή που βρίσκεται στον πυρήνα του νεόυ εθνικού αφηγήματος έρχεται να προετοιμάσει δημιουργικά και με ασφάλεια ένα διάλογο για τις πολιτικές εκείνες που μπορούν να αφορούν τη γενιά μας και αυτή που έρχεται αφού βέβαια εξασφαλισθεί η επιβίωσή της μέσα σε συνθήκες σταθερότητας.
Παράδειγμα

Να δούμε γιατί οι πρωτοπόρες και καινοτόμες χώρες δαπανούν το 65% των πόρων στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια και 35% στην τριτοβάθμια ενώ εμείς το αντίστροφο και αν και εμείς αντιστρέψουμε την πολιτική αυτή αν μπορούμε να  προχωρήσουμε σε μισθολογικές αυξήσεις και κίνητρα σε εκπαιδευτικούς αυξάνοντας όμως  το εκπαιδευτικό ωράριο που είναι το μικρότερο στην Ευρώπη!
Να μιλήσουμε για πραγματικό Καλλικράτη και αποκέντρωση στην παιδεία όπου τα σχολεία θα είναι αυτόνομες μονάδες με ΔΣ και πιτροπές γονέων ενώ οι Δήμοι θα αναλαμβάνουν, έχοντας πόρους μέσα από αποκέντρωση και της φορολογίας, την χρηματοδότηση των σχολείων και την πληρωμή  των εκπαιδευτικών.
Να συζητήσουμε αν πρέπει να δώσουμε έμφαση στην τεχνική εκπαίδευση και να δούμε γιατί πχ Αυστρία και Γερμανία , που έχουν τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας στους νέους, κατευθύνουν το 70% των μαθητών στην τεχνική εκπαίδευση.
Να αξιολογήσουμε το γεγονός ότι χωρίς να υπολογίσουμε όσους σπουδάζουν στο εξωτερικό, οι σπουδαστές και φοιτητές της χώρας είναι περίπου τα ¾ της προ-παραγωγική γενιάς και αν αυτό το μοντέλο πλέον το θέλουμε.
Γιατί το Βέλγιο με πληθυσμό ίδιο με εμάς έχει τους μισούς διδάκτορες και κατά πόσο οι διδάκτορες πρέπει να κατευθύνονται και στον ιδιωτικό τομέα όπου μπορούν να ενισχύσουν τη νέα επιχειρηματικότητα και απασχόληση.
Να συζητήσουμε για την ευελιξία του πανεπιστημίου,αν έχει κλείσει ο κύκλος της αποκλειστικής κρατικής χρηματοδότησης και πώς αναβαθμίζουμε την ποιότητα μέσα από την εξειδίκευση .
Πώς δημιουργούμε ένα σύστημα πιστοποίησης προσόντων και ανάπτυξης οριζόντιων ικανοτήτων, ειδικά για μια γενιά που έχει πλέον αρκετές εργασιακές και διοικητικές εμπειρίες.
Πώς συνδέουμε τις παραγωγικές με τις κοινωνικές ανάγκες  και πώς κατευθύνουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων επιστημόνων και επαγγελματιών, όχι μόνο στην έρευνα και τις κοινωνικές επιστήμες αλλά στους αναπτυξιακούς τομείς που η χώρα έχει αποφασίσει.
Πώς ενθαρρύνουμε την επιχειρηματικότητα, τη δημιουργία  και το λελογισμένο ρίσκο , έννοιες που ταυτίζονται με τους νεους, στην οικονομία.
Να συζητήσουμε με την ΕΕ πώς θα εξασφαλίσουμε μια εξ ποστ αξιολόγηση των προγραμμάτων και των χρηματοδοτήσεων ώστε η ροή της χρηματοδότησης να συναρτάται και από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τεχνογνωσίας και την  αποτελεσματικότητα.
Να αναζητήσουμε νέες επενδυτικές πρωτοβουλίες που δεν εξαρτώνται άμεσα από την μακροοικονομική κατάσταση της χώρας και αυτή του  χρηματοπιστωτικού συστήματος  αλλά απελευθερώνουν το κράτος ή τον ιδιώτη από το ρίσκο μιας επιχειρηματικής  ενέργειας και το μεταφέρουν στον επενδυτή.
Να συζητήσουμε για την ενίσχυση της μεσαίας τάξης αφού βέβαια εξασφαλίσουμε ότι θα συνεχίσει να υπάρχει μεσαία τάξη μιας και η αποσάρθρωσή της είναι ραγδαία και τα κοινωνικοοικονομικά της χαρακτηριστικά μεταβάλλονται καταιγιστικά.
Να συζητήσουμε εν τέλει για τις ανισότητες, για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και την αύξηση του ανταγωνισμού .
Να δώσουμε ευκαιρίες σε όσους έπαψαν να ελπίζουν, σε όσους έχουν αδρανήσει. Να ξαναπάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.



ΙΙΙ. Φτάνω και ολοκληρώνω με το θέμα της πολιτικής εκπροσώπησης:

H θέση μου είναι ότι η χώρα μπορεί να ξεπεράσει την κρίση παρά μόνο αν η αποδεδειγμένη ικανότητα λίγων δυστυχώς προσώπων συνδυαστεί με την ανάδειξη νέων δυνάμεων στην πολιτική εκπροσώπηση της κεντρικής γενιάς.
Μπορεί να υπάρξει νέο εθνικό αφήγημα εάν δεν υπάρξουν νέα πρόσωπα που θα το συνδιαμορφώσουν; Μπορεί να υπάρξει διάλογος για τις  πολιτικές που θα υπηρετήσουν ή θα εξυπηρετήσουν το νέο αυτό αφήγημα αν δεν υπάρξουν νέα πρόσωπα που θα επανασυστήσουν δεσμούς εμπιστοσύνης με τις πλατειές μάζες, που θα προέρχονται από αυτές  και θα φέρουν μπροστά έννοιες που έχουν ξεχαστεί;. Μπορεί να υπάρξουν όλα τα παραπάνω αν δεν βγουν στο προσκήνιο συμπολίτες μας που βίωσαν και βιώνουν όσα συζητάμε σήμερα; Μπορούν να εφαρμόσουν ένα σχέδιο για τη χώρα πολιτικές δυνάμεις που δεν θα έχουν στην πρώτη γραμμή νέους αυτής της γενιάς;
Οι μεταρρυθμίσεις και οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κοινωνικές συμμαχίες και ηγέτες. Σήμερα οι προϋποθέσεις αυτές φαίνεται ότι δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε νέες πολιτικές δυνάμεις που δεν ωραιοποιούν , δεν κρύβονται και μπορούν να συνθέσουν δημιουργικά.
Βιώσαμε τα τελευταία χρόνια τέσσερεις μεγάλες αποτυχίες του πολιτικού συστήματος .
Η πρώτη αφορά τη συνολική αποτυχία της πολιτικής ελίτ και κυρίως της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης να διαχειριστεί τα κεκτημένα της προηγούμενης περιόδου και να προετοιμάσει τη χώρα για τις απαιτήσεις της ευρωζώνης. Το μόνο που κατάφερε ήταν να παραδώσει μια χρεωκοπημένη χώρα αλλά η ανάμνησή της να είναι ακόμα σε κάποιους θετική αφού απέφυγε τις συγκρούσεις και τις αλλαγές .Η αποτυχία αυτή, οι διαχρονικές υστερήσεις  και οι αστοχίες της επόμενης κυβέρνησης έφεραν το Μνημόνιο.
Η δεύτερη αποτυχία αφορά την εφαρμογή και την αδυναμία εφαρμογής του Μνημονίου αφού  απέτυχαν και τα δύο πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ .Αυτό που ήταν συνδεδεμένο με τις κοινωνικές κατακτήσεις αλλά και με τις λαικίστικες πρακτικές αφού οι συνθήκες πλέον δεν το επέτρεπαν. Και αυτό που ήταν συνδεδεμένο με την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού, αφού, ακόμα και αν τα πρόσωπα ήταν διαφορετικά, η αδυναμία της κυβέρνησης να προωθήσει και να υλοποιήσει ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων ή να τις κάνει μισές και να τις παίρνει πίσω  , καταβαράθρωσε τις όποιες αντίστοιχες δυνάμεις υπήρχαν και εμπέδωσαν την πεποίθηση ότι η παράταξη δεν είχε επαρκείς και ικανές δυνάμεις να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο σχέδιο. Σ’αυτό προσθέτω την ανέξοδη, ανεύθυνη και καταστροφική στάση των υπολοίπων κομμάτων και κυρίως της ΝΔ.
Η  τρίτη μεγάλη αποτυχία που βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα ήταν ο μη σχηματισμός κυβέρνησης μετά τις εκλογές της 6ης Μαίου και η αστάθεια, που μπορεί να οδηγήσει και σε κατάρρευση της χώρας.

Τέλος, αποτυχία του συστήματος είναι η απουσία οποιασδήποτε συζήτησης για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας και μιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης.
Η αποπολιτικοποίηση αυτή σε συνδυασμό με την οικονομική και κοινωνική κρίση λείανε το έδαφος για την ανάπτυξη ισοπεδωτικών απολίτικων αντιλήψεων.Τα άκρα ενισχύθηκαν πολλώ δε μάλλον όταν αυτά απέκτησαν πολιτική, κοινοβουλευτική ακόμα και ακαδημαική κάλυψη ή ακόμα και όταν κομμάτια του επιχειρηματικού, ακαδημαικού, συνδικαλιστικού , μιντιακού και πολιτικού κατεστημένου άρχισαν να επενδύουν στη νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται χτίζοντας γέφυρες με αυτή και δικαιολογώντας φαινόμενα πολιτικής ανομίας και ισοπέδωσης.
Σαυτές τις αποτυχίες έρχεται να απαντήσει η αναγκαιότητα μιας νέας συλλογικότητας που θα μας οδηγήσει σύντομα σε μια νέα κοινωνική και πολιτική οργάνωση.
Η συζήτηση είναι πλέον ανοιχτή  και είναι αρκετοί εκείνοι από διάφορους χώρους πολιτικούς, κοινωνικούς, επαγγελματικούς, τις γειτονιές και τα κοινωνικά δίκτυα που μπορούν να συζητήσουν και να συνθέσουν ένα νέο δημόσιο πολιτικό χώρο.
Έναν χώρο  που θα έχει τις αναφορές του στην ευρύτερη κεντροαριστερά
Μια συλλογικότητα που  θα δημιουργεί παράλληλα τις κατάλληλες πολιτικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για να συζητήσει και ισως υποδεχθεί   τον έστω και μικρό εν ελλάδι μεταρρυθμιστικό χώρο της ευρωπαικής κεντροδεξίας που θα προστρέξει ύστερα από την πιθανότατη αδυναμία της ευκαιριακής συλλογικής και συσπειρωμένης παραταξιακής ηγεσίας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών και τη διάσωση της χώρας
Αλλά και της αυτοαποκαλούμενης αριστεράς που αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα  την οποία είτε αγνοεί είτε ηθελημένα αποκρύπτει, θα   διαψεύσει όσους πίστευαν ότι είναι στοχοπροσηλωμένη στην ευρωπαική προοπτική της χώρας και την υιοθέτηση ενός νέου πολιτικού αφηγήματος όπως αυτό περιγράφηκε πιο πάνω.
Γιατί κυρίως η Κεντροαριστερά;
Η Κεντροαριστερά, ,  αποτέλεσε τα τελευταία είκοσι χρόνια το βασικό φορέα πολιτικών για την Αυτονομία, αλληλεγγύη, κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία, ισότητα όχι μόνο στο εσωτερικό των κρατών, αλλά και μεταξύ των κρατών όλου του κόσμου. Είναι ο πολιτικός χώρος που προσδοκούσε να  κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση «μεγαλύτερη, καλύτερη, ισχυρότερη»
  • Μεγαλύτερη διευρύνοντάς την,
  • Καλύτερη φέρνοντάς την πιο κοντά στον απλό πολίτη,
  • Ισχυρότερη ενδυναμώνοντας τον παγκόσμιο ρόλο της.
Είναι ο χώρος που στηρίχθηκε στην κεντρική γενιά σε όλες τις ιστορικές του φάσεις, και ειδικά στις στιγμές εκείνες που χρειάστηκε μια φυγή προς τα εμπρός.
Ο πολιτικός αυτός χώρος θα  συνεχίσει , παρά την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και πιθανά να είναι και ο πρώτος που θα ανασυντεθεί.. Άλλωστε οι ιδέες δεν παύουν να υπάρχουν. Το περιθώριο όμως για την ανάπτυξη και την ηγεμονία αυτών των ιδεών είναι άγνωστο ποιο θα είναι.    Χρειάζεται όραμα και πραγματική ελπίδα, πρωτοβουλίες και  οργάνωση, διάθεση και πίστη, ένα μεγάλο εμείς .Χρειάζεται, γιατί μας λείπει, λόγος αυτοκριτικός, αληθινός, σύγχρονος και βιωματικός. Είμαι σίγουρος ότι εκεί έξω υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι .
Οι εξελίξεις είναι δυναμικές.
Ίσως για πολιτικές αλλαγές  να υπάρξει χρόνος.
 Ελπίζω και για τη χώρα.