Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012

«Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς: Συνθήκη σταθερότητας σε περίοδο κρίσης. Ο μετεκλογικός ρόλος του ΠΑΣΟΚ»



 Ομιλία μου στην ημερίδα  με τίτλο " Εκλογές της 6ης Μαίου 2012 - Ερωτήματα παλαιά, προσωρινά και νέα", που διοργανωσε  το Κέντρο Πολιτικών Ερευνών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου το Μάιο του 2012 


Είναι εξαιρετικά επισφαλές μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτικής ρευστότητας και ανασφάλειας  να προχωράμε σε αποτίμηση ενός εκλογικού αποτελέσματος ειδικά όταν επίκειται  νέα αναμέτρηση.
Έχοντας αυτό κατά νου, διατυπώνω την υπόθεση  ότι η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί γιατί έχει στρατηγικά χαρακτηριστικά, ότι αποτελεί απερχόμενη πολιτική δύναμη  και ότι ο ρόλος του θα συρρικνωθεί έτι περαιτέρω σε μια διαδικασία ανασύνθεσης της ευρύτερης κεντροαριστεράς.
  Στην παρέμβασή μου, αφιερώνω το μεγαλύτερο μέρος στο να αποπειραθώ να εξηγήσω τους λόγους που οδήγησαν στην εκλογική κατάρρευση.
Τους διακρίνω χρονικά σε τρεις περιόδους, όπου και τους αναλύω:
1.Στην περίοδο μετά την εσωκομματική εκλογική αναμέτρηση του Νοεμβρίου του 2007 και μέχρι τις εθνικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009. Δίνω βάρος στην αντιπολιτευτική  λειτουργία ΠΑΣΟΚ και στη μη συστηματική αξιολόγηση των  πεπραγμένων της  περιόδου Σημίτη
2.Στην περίοδο από τις εθνικές εκλογές του 2009 μέχρι και την παραίτηση του ΠΘ ΓΑΠ το Νοέμβριο του 2011 όπου ασχολούμαι αναλυτικότερα με α) την πολιτική διαχείριση της κρίσης. β) τη στρατηγική των εσωκομματικών κυρίως παικτών και κυρίως στις επιλογές που έκαναν για διαφωνία, αποχώρηση ή και αφοσίωση και γ) στην κατάρρευση της εικόνας του ΠΘ.

3.Στην περίοδο από την παραίτηση Παπανδρέου  μέχρι και τη διεξαγωγή των εκλογών δηλαδή από το Νοέμβριο του 2011 μέχρι και το Μάιο του 2012.
Oλοκληρώνω παρουσιάζοντας σύντομα σενάρια για τον μετεκλογικό ρόλο του ΠΑΣΟΚ που πιθανά ενισχύουν την αρχική μου υπόθεση.



ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Η σύντομη παρουσίαση σκέψεων για τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος  και ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ είναι προϋπόθεση sine qua non για την ανάλυση όσων προηγουμένως ανέφερα.
Το 1974 το ΠΑΣΟΚ άρχισε να κινητοποιεί τις μάζες χρησιμοποιώντας ένα ριζοσπαστικό πολιτικό λόγο που ταίριαζε περισσότερο σε χώρα του τρίτου κόσμου.Το 1981 το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου υποστηριζόμενο από το 48% θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει το πραγματιστικό μοντελο της Γαλλίας και της Ισπανίας αλλά συνέχισε πιο εντατικά τη δημοσιονομικά επεκτατική πολιτική . Τη δεκαετία του 1980 η μάζα των μελών του ΠΑΣΟΚ ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και κομματικά στελέχη. Το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1993-1996 εκμεταλλεύθηκε την αιφνιδιαστική εξοικείωση της ελληνικής κοινωνίας με τον οικονομικό και κοινωνικό φιλελευθερισμό .
Οι εκλογές του 1996 και η άνοδος του Κ.Σημίτη ήταν ένα σημαντικό σημείο για την αλλαγή του κοινωνικού προφίλ της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ και της πολιτικής του ατζέντας. Το νέο δόγμα του ΠΑΣΟΚ , ο εκσυγχρονισμός, δηλαδή η μείωση της απόστασης που χωρίζει τη χώρα από τις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες της ΕΕ παρουσιάστηκε ως ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό του νέου  ΠΑΣΟΚ. Ο εκσυγχρονισμός συνοδεύθηκε από την πολιτική επένδυση της Κεντροαριστεράς που ήταν παραδειγματική στον ιδεολογικό πυρήνα του εκσυγχρονισμού. .Το ΠΑΣΟΚ αύξησε την επιρροή του στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις κυρίως ανάμεσα σε εκείνους με υψηλή μόρφωση. (Moschonas, 2001 and Lyrintzis, 1998).
Το 2004 ανέλαβε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ο Γ.Α.Π ο οποίος διακρινόταν για τη νεωτερικότητά του,  την ατζέντα κοινωνικού φιλελευθερισμού καθώς και την πίστη του αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Επί των ημερών του η κοινωνική γεωγραφία του ΠΑΣΟΚ δεν άλλαξε δραματικά παρουσίασε όμως απώλειες στις μεσαίες και ανώτερες τάξεις.






4. Το προβληματικό  ελληνικό πολιτικό σύστημα λειτούργησε  ως επιταχυντής της κρίσης.

Εξέθρεψε την κομματοκρατία και ενίσχυσε τη δημοσιονομική ασωτία του κράτους, τις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά, το λαϊκισμό και την αναποτελεσματικότητα της διοικητικής μηχανής.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε τη διάβρωση όλων των εκφάνσεων της δημόσιας ζωής από το κράτος, εξέλιξη που οδήγησε σε μια ιδιότυπη πολιτική πατρωνία. Τα κόμματα ήταν σε θέση να διεισδύσουν και να ελέγχουν συχνά σχεδόν όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα.

Μια δεύτερη σημαντική παράμετρος είναι η επανειλημμένη αποτυχία των μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα, η έκταση της οποίας ανάγκασε τις κοινωνικές επιστήμες να ασχοληθούν επισταμένα με το ζήτημα αυτό.

Τέλος, ολες οι έρευνες των τελευταίων ετών καταδείκνυαν μια δυσπιστία για τα  πολιτικά κόμματα και μια απογοήτευση από την πολιτική. Ο τρεις δεκαετίες των λαϊκιστικών και πελατειακών πρακτικών είχαν  καταφέρει να οδηγήσουν σε μια αλλοτρίωση, σε μια κατάσταση όπου υπήρχε μια ρητή ή σιωπηρή αποδοχή του πελατειακού συστήματος.  
Η οικονομική κρίση ήταν ένα σοκ για την ελληνική κοινωνία που αναγκάστηκε να συνειδητοποιήσει ότι οι πρακτικές του παρελθόντος έπρεπε να εγκαταλειφθούν.




Λόγοι κατάρρευσης ΠΑΣΟΚ:

Α’ Περίοδος.

Το ΠΑΣΟΚ μετά την εσωκομματική αναμέτρηση του 2007 και ύστερα από αναταράξεις που απορροφήθηκαν από την προοπτική της εκλογικής νίκης, μπήκε σε τροχιά δημοσκοπικής και πολιτικής ανόδου εκμεταλλευόμενο και την κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή, η οποία κανένα επίτευγμα δεν είχε να παρουσιάσει.
Το ΠΑΣΟΚ προσέτρεξε στους παραδοσιακούς συμμάχους του που είχαν απομακρυνθεί το 2004 και κυρίως από το 2001 και μετά, με την προώθηση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης Γιαννίτση,   δηλαδή κυρίως σε συνδικαλιστικές ηγεσίες και οργανωμένες συντεχνίες που μπορούσαν να επανασυστήσουν διαύλους επικοινωνίας του οργανωμένου ΠΑΣΟΚ με τους μαζικούς χώρους και να μετατρέψουν την αποδοκιμασία της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης σε ψήφο προσδοκίας και ελπίδας για το ΠΑΣΟΚ.
 Η συλλογική ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εκείνης της περιόδου, δηλαδή Πρόεδρος και κορυφαία στελέχη, μέσα στην αδημονία  της εκλογικής νίκης δεν  προχώρησαν σε μια ουσιαστική και συστηματική αποτίμηση της περιόδου Σημίτη, η οποία πέραν των σημαντικών της επιτυχιών γνώρισε ήττες στην προώθηση συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, τα μαθήματα των οποίων μπορεί και να αποδεικνυόντουσαν χρήσιμα για την τότε ηγεσία.  Η σύγγνωστη πλάνη της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι εκείνοι (δηλαδή οργανωμένες ομάδες  συμφερόντων, συνδικαλιστέςπολιτικά πρόσωπα κοκ)  που εμπόδισαν λυτρωτικές για τη χώρα μεταρρυθμίσεις την προηγούμενη περίοδο θα ήταν σταθεροί και ειλικρινείς σύμμαχοι  στη προσπάθεια αλλαγής της χώρας μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης.  Η προοπτική της εξουσίας ένωσε, όπως και σε όλα τα σύγχρονα πολυσυλλετικά κόμματα. 
Η υιοθέτηση από το ΠΑΣΟΚ περισσότερο στο πεδίο της ρητορείας και του δημόσιο λόγου και λιγότερο ομολογουμένως στο πεδίο των προγραμματικών θέσεων ,  πολλών και ετερόκλιτων κοινωνικών αιτημάτων στη λογική μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής καλλιέργησε αυξημένες προσδοκίες . Αντί να προετοιμαστεί το εκλογικό σώμα αλλά και η κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα περιστολής δαπανών , υπήρξε μια πλειοδοσία υποσχεσιολογίας που άφησε την κοινωνική της εναπόθεση και εκφράσθηκε εκλογικά με την εντυπωσιακή νίκη της 4ης Οκτωβρίου 2009.
Παράλληλα, οι πολιτικές και πολλά από τα πολιτικά και τεχνοκρατικά πρόσωπα της περιόδου 1996-2004 ήταν στο περιθώριο.







Β’ΠΕΡΙΟΔΟΣ Από εκλογές Οκτωβρίου  2009 –Νοέμβριο 2011


Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που άσκησαν διακυβέρνηση τα τελευταία χρόνια, όπως οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί σοσιαλιστές, βυθίστηκαν -λόγω και της κρίσης χρέους- σε έναν  ιδιότυπο σωτηριολογικό μεν αλλα μη σοσιαλδημοκρατικό  λόγο και σε αντίστοιχες πολιτικές. Αυτό υπονόμευσε το μήνυμα των σοσιαλιστών σε όλη την Ευρώπη. Το πεδίο μέσα στο οποίο το ΠΑΣΟΚ είχε να διαχειριστεί την κρίση ήταν μια πρόκληση αναμέτρησης για τα δύο πρόσωπα του Ιανού. Εν πολλοίς το ΠΑΣΟΚ είχε βασικό μερίδιο ευθύνης για τα όσα αρνητικά σωρεύτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Έπρεπε, επομένως να αλλάξει για να μπορέσει να επιβιώσει πρώτα η χώρα και μετά και εκείνο. Πέρα από συμπαθητικά ρητορικά σχήματα που  ικανοποιούν και αναδιατυπώνουν  το διαρκές αίτημα της αλλαγής, αυτό εκφράζεται με συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές και δημόσιες πολιτικές.
 Εν προκειμένω, είχαμε και πάλι την ανάδειξη  μιας δισυπόστατης δύο εντελώς αντιθετικών πολιτικών κουλτούρων ( Διαμαντούρος) αρκούντως ανταγωνιστικών μεταξύ τους μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση: μιας εσωστρεφούς, ξενοφοβικής, παραδοσιακής και μιας εκσυγχρονιστικής, εξωστρεφούς. Έτσι και τη διετία αυτή η δισυπόστατη αυτή κολτούρα ήταν έντονη, αλλά παρατηρούμε ότι :
Α) Η επιλογή της ηγεσίας ήταν ασταθής και όχι ευκρινής.
Β)  Οι επιλογές αρκετών εσωκομματικών παικτών ήταν θολές, ευμετάβλητες και πολλές φορές αλληλοαναιρούμενες λόγω και του δυναμικού πολιτικού σκηνικού που άλλαζε με συνταρακτικές ταχύτητες από τη σαρωτική επίδραση που είχε η εφαρμογή και η αδυναμία εφαρμογής του Μνημονίου αλλά και ενός  Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης
 Γ) Οι επιλογές των παικτών για αποχώρηση, διαφωνία ή αφοσίωση παρήγαγαν πολλαπλάσια ή υποπολλαπλάσια αποτελέσματα στην πορεία των πραγμάτων και στη διαχείριση της κρίσης, απότι σε έναν συνήθη πολιτικό χρόνο.
Ένα σύντομο χρονολόγιο της κρίσης  θα μπορούσε να μας βοηθήσει στην περαιτέρω ανάλυση των παραπάνω και κυρίως πώς η πολιτική διαχείριση της κρίσης οδήγησε στην εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.
1.     ΧΡΟΝΙΚΟ
Μετά την αναθεώρηση του ελλείμματος, Τον Δεκέμβριο  2009 οι  οίκοι αξιολόγησης υποβαθμίζουν  την Ελλάδα .Η επιλογή τότε της ηγεσίας ήταν αυτή της ήπιας προσαρμογής. Ανακοινώθηκαν αλλαγές στη δημόσια διοίκηση αλλά δεν προχώρησαν ποτέ. Τα μέτρα οικονομικής προσαρμογής περιορίστηκαν μόνο στο πάγωμα κάποιων δημοσιονομικά ασήμαντων προεκλογικών υποσχέσεων. Οι συμμαχίες που είχε κτίσει προεκλογικά το ΠΑΣΟΚ αποδεικνυόντουσαν εξαιρετικά χρήσιμες την περίοδο εκείνη γιατί οι αναταράξεις ήταν ελάχιστες και όλοι έδειχναν ευχαριστημένοι.
Υστερα από ένα πρώτο πακέτο μέτρων που ανακοινώθηκε το Φεβρουάριο και αφορούσε το δημόσιο τομέα και έτυχε απόδοχής, Το Μάρτιο ανακοινώνεται δεύτερο μεγαλύτερο πακέτο οικονομικών μέτρων και στις 25 Μαρτίου λαμβάνεται η απόφαση στις Βρυξέλλες για την ίδρυση του Ευρωπαικού Μηχανισμού Στήριξης. Τα περιθώρια ΑΝΟΧΗΣ της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και το Γ.Παπανδρέου είναι ακόμα ισχυρά παρά την υποχώρηση που έχουν γνωρίσει  ενώ περίπου 55% των ερωτωμένων απαντούν ότι είναι διατεθειμένοι να υποστούν θυσίες προκειμένου να ανακάμψει η χώρα.
Στις 23 Απριλίου 2010 η  Ελλάδα προσφεύγει στον μηχανισμό στήριξης Στις 2 Μαΐου 2010  ανακοινώνονται τα μέτρα της τρόικας και στις 6 Μαΐου 2010 Ψηφίζεται από τη Βουλή το μνημόνιο .Την ίδια ημέρα διαγράφονται από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ οι βουλευτές : Γιάννης Δημαράς , Σοφία Σακοράφα και Βασίλης Οικονόμου, οι οποίοι καταψήφισαν το σχετικό νόμο.
Οι 3 βουλευτές γνώριζαν ότι καταψηφίζοντας το νομοσχέδιο αυτομάτως θα τίθεντο εκτός Κ.Ο ΠΑΣΟΚ. Ήταν ουσιαστικά μια αποχώρηση με το μανδύα της διαφωνίας. Η διαφωνία δεν είναι τίποτα άλλο παρά βασικό τμήμα και βασική λειτουργία οιουδήποτε πολιτικού συστήματος, γνωστή και ως άρθρωση συμφερόντων. Και οι 3 βουλευτές είχαν εκλεγεί στις μεγάλες περιφέρεις της Αττικής, όπου ο πληθυσμός αυτός ήταν και πιθανότερο τότε να υποστεί τις πρώτες επιπτώσεις της κρίσης. Επιπροσθέτως, οι Δημαράς και Σακοράφα είχαν υψηλά ποσοστά σταυροδοσίας σε περιοχές των δυτικών προαστίων με έντονα λαική ψήφο ενώ στην αρνητική τους ψήφο προσέδωσαν και εθνικοπατριωτικά χαρακτηριστικά αφου με δηλώσεις τους τη χαρακτήρισαν ως ψήφο απέναντι στην προσπάθεια υποδούλωσης της χώρας. Η ρητορική τους προσομοίαζε με αυτή του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980 και η μετέπειτα ενσωμάτωσή τους στους ΑΝΕΛ και ΣΥΡΙΖΑ αντίστοιχα ήρθε ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων.
 Η διαφωνία και η εν τέλει αποχώρησή τους δεν είχε ως ζητούμενο να «βελτιώσει» κατά τη θεωρία και του Χίρσμαν την απόδοση του κόμματος αλλά να προκαλέσει το πρώτο σημαντικό ρήγμα αυτού με κοινωνικές τάξεις που το στήριξαν  στην εκλογική αναμέτρηση του 2009.  Οι βουλευτές εκείνοι διέβλεψαν νωρίς την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να διαχειριστεί τη νέα πραγματικότητα και κινούμενοι ορθολογικά αποσπάστηκαν από τον κομματικό φορέα επενδύοντας στις εγγενείς αδυναμίες του ΠΑΣΟΚ όπως αυτές περιεγράφησαν νωρίτερα . Σύμφωνα και με το μοντέλο του Χότελινγ η ανελαστική ζήτηση ειδικά σε συνθήκες ενός διπολικού συστήματος, όπως ήταν ακόμα το Μάιο του 2010 το ελληνικό πολιτικό σύστημα, δεν οδήγησε αμέσως τους βουλευτές και   κοινωνικές ομάδες στην αγορά ενός νέου προΪόντος..απελευθέρωσαν όμως και απενεχοποίησαν την έννοια της λιποταξίας, δηλαδή της απουσίας αφοσίωσης από τις τάξεις της ευρύτερης παράταξης αφού θεωρούσαν ότι αυτή πλέον είχε αποστεί από τις παραδοσιακές καταβολές της και ασκούσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές.
Η επιλογή της ηγεσίας για διαγραφή των βουλευτών που διαφώνησαν αποσκοπούσε στην αποφυγή του ηθικού κινδύνου που θα ενείχε μια πιο συγκαταβατική αντιμετώπιση των διαφωνούντων, αφού μπορεί έτσι να έβρισκαν μιμητές. Άλλωστε, η εκτίμηση της ηγεσίας  τότε ήταν ότι η χώρα θα μπορούσε γρήγορα να ανακάμψει επομένως οι όποιος απώλειες θα ήταν προσωρινές και θα μπορούσαν να αναπληρωθούν προς το τέλος της θητείας.
Επιπροσθέτως, αυτές οι πρώτες αποχωρήσεις δημιουργούσαν συνθήκες πίεσης και στους υπόλοιπους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, ενός ΠΑΣΟΚ  που είχε αποφασίσει ως στρατηγική να αντιμετωπίσει την κρίση  αποκλειστικά με τις  δικές του δυνάμεις . Αν και παραδέχθηκε ότι η κατάσταση ήταν έκτακτης ανάγκης, η κυβέρνηση δεν επεδίωξε έστω και δια της θεσμικής κοινοβουλευτικής οδού ή και δεν κατάφερε τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης  τη δημιουργία ενός ευρύτερου πολιτικό μετώπου για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση.

 Προσέκρουσε  στην άρνηση των λοιπών παικτών του πολιτικού συστήματος,  υπερεκτίμησε τις δυνατότητες του πολιτικού προσωπικού της κυβέρνησης και της κρατικής μηχανής και υποεκτίμησε την πραγματική κατάστασης της χώρας.

 Οι βουλευτές  του κόμματος άρχισαν να γίνονται δέκτες πρώτα των πιέσεων των μεσαίων στελεχών του κόμματος , που εκπροσωπούσαν κοινωνικές ομάδες, συντεχνίες και συμφέροντα, και αργότερα ψηφοφόρων τους αλλά ήταν παράλληλα και υποδοχείς της πίεσης που προκαλούσε το δίλημμα «μνημόνιο ή χρεοκοπία». Δίλημμα υπαρκτό, πραγματικό, το πρώτο σκέλος όμως του οποίου τελούσε υπό την αίρεση α) της αξιολόγησης των πολιτικών που αποφασίσθηκαν και ενσωματώθηκαν στο Μνημόνιο από το οποίο απουσίαζε η σύνδεση των στόχων με την ύφεση και β) από την ικανότητα του ΠΘ και της Κυβέρνησης κατά πρώτον και δευτερευόντως των βουλευτών και των λοιπών στελεχών του ΠΑΣΟΚ να κινητοποιήσουν την κοινωνία προς μια κατεύθυνση ανατροπής κατεστημένων πρακτικών και νοοτροπιών που καθήλωναν τη χώρα και υπονόμευαν την προσπάθεια για υπερκέραση της κρίσης.

Καμία, όμως, από τις δύο προϋποθέσεις δεν εκπληρώθηκε σε μέτρο ικανό να αποτρέψει την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.
Ο ΠΘ με έναν ευρύ ανασχηματισμό και με έντονο δίλημμα ξεπέρασε το κάβο των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών του Νοεμβρίου.Οι συνθήκες,όμως, που διαμορφώνονται στο οικονομικό πεδίο, το νομοσχέδιο για τα εργασιακά και η αδυναμία της κυβέρνησης να δείξει ότι υπάρχει φως στο τούνελ επιταχύνει την αποδόμηση της εικόνας του ΠΑΣΟΚ όπου μέσα σε ένα εξάμηνο από τη ψήφιση του Μνημονίου  φαίνεται να έχει χάσει  απωλέσει τουλάχιστον το 25% της εκλογικής του επιρροής, σύμφωνα με τις έρευνες κοινής γνώμης της περιόδου εκείνης.
Παράλληλα συνθήκες πολιτικής ανομίας διαμορφώνονται με αφορμή τα γεγονότα στην Κερατέα και την Υπατία, και αργότερα στα πανεπιστήμια, τα οποία η κυβέρνηση επιλέγει να διαχειριστεί με εξαντλητικό διάλογο μέχρι να ατονήσουν  και αφού βέβαια αυτά έβρισκαν πολιτική και θεσμική νομιμοποίηση από κόμματα που εκπροσωπούνταν στο κοινοβούλιο αλλά και κοινωνική νομιμοποίηση μέσα από πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών.
Κυριαρχεί και εμπεδώνεται ένα αίσθημα ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί μικρές κρίσεις και αμφισβητείται η ικανότητά της να διαχειριστεί και τη μεγάλη, κυρίως οικονομική, κρίση.  Παρόλα αυτά διατηρεί την πρώτη θέση και τη διαφορά της από τηΝΔ.

Η ύφεση αυξάνει,όμως, με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους προβλεπόμενους. Οι συνθήκες στην πραγματική οικονομία επιδεινώνονται. Η σύνοδος κορυφής της Ε.Ε. αποφασίζει για επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του δανείου και μείωση επιτοκίου . Παρά τη νέα αυτή συμφωνία και ένα χρόνο περίπου  μετά τη ψήφιση του Μνημονίου το ΠΑΣΟΚ έχει απολέσει περίπου το 40% της εκλογικής του επιρροής.
Οι τριμηνιαίες εκθέσεις της Τρόικα αποκαλύπτουν το μέγεθος της αδυναμίας της  πολιτικής ηγεσίας και της κρατικής μηχανής να προωθήσουν  μεταρρυθμιστικές πολιτικές. Το ολοκληρωμένο σχέδιο για την αναδιάρθρωση του δημοσίου τομέα καρκινοβατούσε. Η μελέτη δεν εκπονήθηκε ποτέ παρά μόνο πολύ πρόσφατα. Οι αποφάσεις-εισηγήσεις των πολιτικών προϊσταμένων των Υπουργείων καθυστερούσαν προκλητικά ή δεν έφταναν ποτέ. Η υστερόβουλη αυτή αδράνεια εκκινούσε από την απροθυμία ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος να διαταράξει τους δεσμούς τους με τους μέχρι τότε πελάτες του. Σημαντικές πολιτικές έμειναν πίσω. Ο συντονισμός της κυβέρνησης είχε σοβαρές αδυναμίες και πλέον η κυβέρνηση είχε καταφέρει  να χάσει την υποστήριξη  εκείνων που ματαιώθηκαν οι προσδοκίες τους που είχαν καλλιεργηθεί την προεκλογική περίοδο,  εκείνων που επλήγησαν άμεσα από τα μέτρα  και κυρίως εκείνων που έδειξαν ανοχή για ένα μεγάλο διάστημα στην κυβέρνηση και μπορούσαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά αν υπήρχε ένας μεταρρυθμιστικός αέρας, που θα μπορούσε να δώσει ρεαλιστική διέξοδο από την κρίση και την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής έστω και με προσωρινές θυσίες και κόπους. Οι έρευνες κοινής γνώμης της περιόδου εκείνης είναι διαφωτιστικές.
Τα μηνύματα που έστελνε η κυβέρνηση στο σύνολό της ήταν αντιφατικά. Ο βολονταρισμός νοθευόταν από μια διαρκή ενοχή. Και η όποια μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία βαπτιζόταν εξωχώρια πίεση.Η κυβέρνηση δεν μπορούσε να επιλέξει και φαινόταν να λειτουργεί χωρίς πυξίδα. Το δίλημμα Μνημόνιο ή χρεωκοπία δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από ένα νέο συλλογικό όραμα για τη χώρα. Το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης που παρουσιάστηκε ένα χρόνο μετά τη ψήφιση του Μνημονίου χάθηκε κάτω από την αποτυχία πολιτικής, οικονομικής και επικοινωνιακής διαχείρισης του Μνημονίου.

Στις 25 Μαΐου 2011 πραγματοποιείται η  πρώτη συγκέντρωση των «αγανακτισμένων» στην Ελλάδα και στη Βουλή αρχίζει τον Ιούνιο η συζήτηση για το μεσοπρόθεσμο. Ο ΠΘ σε τηλεφωνική συνομιλία με Σαμαρά διερευνά τις δυνατότητες μιας κυβέρνησης συνεργασίας .Η προσπάθεια συνεννόησης ναυαγεί. - Υποβάλλουν την παραίτησή τους από το βουλευτικό αξίωμα οι Έκτορας Νασιώκας και Γιώργος Φλωρίδης ενώ και άλλοι βουλευτές εμφανίζονται πρόθυμοι να παραιτηθούν ή να ανεξαρτητοποιηθούν, κάποιοι επιδιώκοντας να πάρουν ρεβάνς από την εσωκομματική αναμέτρηση του 2007. Τελικά τα κορυφαία στελέχη στοιχίζονται πίσω από τον  ΠΘ και στις  17 Ιουνίου 2011  ανακοινώνεται τελικά ο ανασχηματισμός και Νέος Υπουργός Οικονομικών αναλαμβάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
Το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα ψηφίζεται  και διαγράφεται από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ ο Παναγιώτης Κουρουμπλής  και το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον ισχνή πλειοψηφία 153 βουλευτών. Το πασοκ πλεόν είναι δεύτερο κόμμα στις μετρήσεις  και η φθορά του αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο.
Τα γεγονότα Μαίου-Ιουνίου ήταν σημείο καμπής για το ΠΑΣΟΚ και αποτυπώνεται και στις μετρήσεις. Οι επιλογές όλων των παικτών ήταν ορθολογικές την περίοδο εκείνη αλλά το σημείο ισορροπίας ήταν αρνητικό για το ΠΑΣΟΚ.
ΓΑΠ: Άσκησε πίεση προς τους βουλευτές να υπερψηφίσουν τα μέτρα γιατί σε άλλη περίπτωση η χώρα θα χρεωκοπούσε. Η επιλογή αυτή εξασφάλιζε συνέχιση της θητείας της Κυβέρνησης και της χρηματοδότησης της χώρας.  Ο ανασχηματισμός ήταν αναγκαστική επιλογή και λειτούργησε προσωρινά εκτονωτικά  δίνοντας μικρή πολιτική ανάσα μέσα στο καλοκαίρι. Όμως η εικόνα του ΠΘ αποδυναμώθηκε πλήρως. Οι συνθήκες κοινωνικής έντασης που διαμορφώθηκαν και οι πληροφορίες για παραίτησή του προκειμένου να σχηματισθεί κυβέρνηση συνεργασίας, οδήγησαν στη δημοσκοπική του κατάρρευση και στην εμπέδωση της πεποίθησης ότι δεν θα καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση και να εξασφαλίσει την έξοδο της χώρας από αυτή. Επιπροσθέτως, οι οργανωμένες επιθέσεις βουλευτών έδιναν την εικόνα μιας ανεξέλεγκτης ΚΟ , που δεν περιβάλλει με εμπιστοσύνη τον ΠΘ, ανίκανης να συνταχθεί συνειδητά σε μια κοινή προσπάθεια και με έντονες προσωποκεντρικές στρατηγικές.

Βουλευτές: Αναγκασμένοι να ψηφίσουν αλλά με διαφωνίες προκειμένου να πιέσουν προς βελτίωση της απόδοσης του κόμματος. Κατάρρευση της κυβέρνησης θα σήμαινε κατάρρευση της χώρας και βαρύ φορτίο για τους ίδιους. Η διαφωνία τους και όχι η αποχώρηση  εξασφάλιζε παράταση βίου για όλους. Όμως, οι βουλευτές έγιναν δέκτες ακόμα μεγαλύτερης πίεσης. Κι αυτό γιατί η διαφωνία τους δεν μεταφραζόταν σε αποχώρηση, όπως κάποιοι επεδίωκαν ενώ οι κομματικοί διαμεσολαβητές-παράγοντες δεν επεδείκνυαν την ίδια αφοσίωση, όπως παλιότερα.

Οι 2 Βουλευτές που διαφώνησαν και αποχώρησαν εκείνες τις ημέρες: Ζητούσαν επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων. Η αδυναμία της κυβέρνησης τους οδήγησε στην επιλογή της αποχώρησης χωρίς να διαταράσσονται αριθμητικές ισορροπίες. Ήταν  η επίρρωση της απώλειας της μεταρρυθμιστικής κοινωνικής αναφοράς του ΠΑΣΟΚ αφού και οι δύο  είχαν τουλάχιστον αυτό τον χαρακτήρα. Όμως, η αποχώρησή τους αποδυνάμωσε το ρεύμα αυτό εντός της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ  .
Τη μέγιστη απόδοση από την ορθολογική τους επιλογή είχαν όσοι βουλευτές διαφώνησαν με το Μνημόνιο και αποχώρησαν ( είτε αναγκαστικώς είτε οικεία βουλήση) αφού μια νέα αγορά είχε δημιουργηθεί λόγω των τεκτονικών κοινωνικοπολιτικών αλλαγών.

Τον Ιουλίου 2011
η σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταλήγει σε συμφωνία νέας δανειοδότησης της Ελλάδας και τα δημοσκοπικά νούμερα του ΠΑΣΟΚ γνωρίζουν πολύ μικρή ανάκαμψη. Κατρακυλάνε, όμως, σε μονοψήφια ποσοστά μετά την ανακοίνωση συμπληρωματικών μέτρων τον Σεπτέμβριο.

 Στις 11 Οκτωβρίου 2011  διαγράφεται από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ η Λούκα Κατσέλη, η οποία και καταψηφίζει τις αλλαγές στα εργασιακά.  Ένταση στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ που αρκετοί βουλευτές ζητάνε πολιτικές πρωτοβουλίες από ΓΑΠ και πιέζουν αφόρητα προς την κατεύθυνση αυτή.Στις 27 Οκτωβρίου 2011 Η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. αποφασίζει για «κούρεμα» του ελληνικού χρέους κατά 50%. Στις 28/10 ματαιώνεται η παρέλαση στη Θεσσαλονική και αλλού λόγω οργανωμένων αντιδράσεων πολιτών που πρόσκειται κυρίως στην αριστερά και στα πολιτικά άκρα ευρύτερα.  Η κυβέρνηση και ο ΠΘ δείχνουν αδύναμοι να διαχειριστούν την κατάσταση.
31 Οκτωβρίου 2011 Ο Πρωθυπουργός ανακοινώνει την απόφασή του για διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα τη νέα δανειακή σύμβαση, η οποία και ανακαλείται ύστερα από συνομιλίες του ΠΘ στις Κάννες με Μερκελ-Σακροζύ με τα γνωστά μετά αποτελέσματα σε όλους.
Συμπερασματικά, η διαχείριση της κρίσης ήταν εκλογικά καταστροφική για το ΠΑΣΟΚ κι αυτό γιατί:

1.     Απέτυχαν και τα δύο πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ. Αυτό που ήταν συνδεδεμένο με τις κοινωνικές κατακτήσεις, τις δημοσιονομικά επεκτατικές πολιτικές που γεννούσαν ελλείμματα και με τις λαικίστικες πρακτικές αφού οι συνθήκες πλέον δεν το επέτρεπαν. Και αυτό που ήταν συνδεδεμένο με την ανάγκη μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού, αφού, ακόμα και αν τα πρόσωπα ήταν διαφορετικά, η αδυναμία της κυβέρνησης να προωθήσει και να υλοποιήσει ένα εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων , καταβαράθρωσε τις όποιες αντίστοιχες δυνάμεις υπήρχαν εντός ΠΑΣΟΚ και εμπέδωσαν την πεποίθηση ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είχε επαρκείς και ικανές δυνάμεις να φέρει εις πέρας ένα τέτοιο σχέδιο, πολλώ δε μάλλον όταν τα περισσότερα πρόσωπα που συνδέθηκαν με μεταρρρυθμίσεις στη χώρα είχαν αποκοπεί από τον κεντρικό κορμό και της κυβέρνησης και του κόμματος.

2.     Δεν υπήρχε             μια ικανή και αποφασιστική ηγετική ομάδα. Η μεγάλη διάψευση των οικονομικών προβλέψεων δεν συνιστούσε απλώς αποτυχία της τρόικας. Ηταν αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν διαπραγματεύτηκε με τεχνοκρατική επάρκεια και ισχυρή πολιτική βούληση, την πολιτική που ακολουθήθηκε, κι αυτό γιατί η πλειονότητα της συλλογικής ηγεσίας δεν ήθελε να συγκρουστεί ολοκληρωτικά με ό,τι τόσα χρόνια εξέθρεφε.

3.     Οι συμμαχίες του ΠΑΣΟΚ κατέρρευσαν. Η μεσαία τάξη, μισθωτοί ,ελεύθεροι επαγγελματίες , επαγγελματοβιοτέχνες, είδαν να πλήττονται κάθε μέρα και περισσότερο και παράλληλα να μην προχωρούν με εντατικούς ρυθμούς οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.


4.     Η πολιτική ελίτ της χώρας στο σύνολό της  είχε πλήρως απαξιωθεί εξαιτίας της  απόδοσής της  κατά τα τελευταία χρόνια και ήταν πολύ δύσκολο για το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση να επανεδραιώσουν εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς. Αν συνδυαστεί αυτό με την ανάδυση του κινήματος πολιτικής ανυπακοής ως αποτέλεσμα κυρίως αλλά όχι μόνο των δυσβάσταχτων μέτρων θεμελιώνεται ένας επαρκής συμπληρωματικός λόγος κατάρρευσης του ΠΑΣΟΚ.

5.     Παράλληλα η απουσία οποιασδήποτε συζήτησης για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας και μιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης αντανακλά μια αποπολιτικοποίηση , η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική και κοινωνική κρίση προσέφερε ευεπίφορο έδαφος για την ανάπτυξη ισοπεδωτικών απολίτικων αντιλήψεων που οδηγούν σε μια απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος επομένως και σε αυτή των βασικών παικτών του συστήματος, και κυρίως ΠΑΣΟΚ. Τα άκρα ενισχύθηκαν πολλώ δε μάλλον όταν αυτά απέκτησαν πολιτική, κοινοβουλευτική ακόμα και ακαδημαική κάλυψη.


Στους παραπάνω παράγοντες που λειτούργησαν σωρευτικά στην εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ έρχεται να προστεθεί και η κατάρρευση της εικόνας του ΠΘ και προέδρου του ΠΑΣΟΚ.
Η   απο-ευθυγράμμιση των εκλογικών προτιμήσεων, η αποδυνάμωση της ταξικής ψήφου, η  τηλεοπτικοποίηση της πολιτικής ζωής και η διάδοση των νέων τεχνολογιών ενημέρωσης, έχουν μετατοπίσει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από την πολιτική ατζέντα και την ιδεολογία κάθε κόμματος, στο πρόσωπο του ηγέτη. Η σταδιακή μετατροπή των πάλαι ποτέ μαζικών κομμάτων σε σύγχρονα πανσυλλεκτικά ή επαγγελματικά-εκλογικά κόμματα συνδυάστηκε με την ενίσχυση της θέσης της κομματικής ηγεσίας έναντι της βάσης αλλά και έναντι της ανταγωνιστικής κομματικής ελίτ μέσα και από τις διαδικασίες ανάδειξης του ηγέτη του κόμματος. Η μετεξέλιξη αυτή επιβεβαιώθηκε  από οργανωτικές αλλαγές στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ , οι οποίες αποτυπώνονται κυρίως στην εξελικτικότητα της σταδιακά αδιαμεσολάβητης σχέσης προέδρου και μελών αλλά και στην κορύφωση δημοκρατικών διαδικασιών που λείαναν το έδαφος για αλλαγές.
Πλέον το πρόσωπο του προέδρου ήταν ταυτισμένο με το κόμμα. Ειδικά όταν το ΠΑΣΟΚ,  βρέθηκε στην εξουσί 2009 , ατόνησαν οι εσωκομματικές του λειτουργίες και τα όργανα ήταν ουσιαστικά ανύπαρακτα.   
Η εικόνα του ΠΘ ακολουθούσε τη δημοσκοπική υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ αλλά ήταν πάντα σε καλύτερη κατάσταση. Η κατάρρευση ξεκίνησε με τα κομβικά γεγονότα του Μαίου Ιουνιου 2011 ενώ με την πρόταση για το δημοψήφισμα κα την εσπευσμένη ανάκλησή της μετά την επίσκεψη στις Καννες ή εικόνα του καλού διαπραγματευτή και του εκπροσώπου της χώρας στο εξωτερικό εξαφανίστηκε. Το κύρος του ΠΘ τρώθηκε ανεπανόρθωτα και ήρθε να συμπληρώσει την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.



Γ. Από Νοέμβριο 2011- Εκλογές 6ης Μαίου.

Την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ όπου οι δημοσκοπήσεις του Νοεμβρίου το παρουσίαζουν πέριξ της περιοχής του 10% ενίσχυσε και η εικόνα του ΠΑΣΟΚ από την ημέρα της παραίτησης του ΠΘ.
Οι συζητήσεις για το πρόσωπο του ΠΘ κοινής αποδοχής που δεν απέδιδαν , Η καθυστέρηση στην αλλαγή ηγεσίας , Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας η προσωποκεντρική προεκλογική στρατηγική και η απουσία ομάδας έδωσαν το οριστικό τέλος, Η συμμετοχή των Υπουργών του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση
Εν κατακλείδι,
Η πολιτική του ΠΑΣΟΚ δεν ανταποκρίθηκε ούτε στις ανάγκες της χώρας, ούτε στα συμφέροντα των στρωμάτων που αποτέλεσαν την παραδοσιακή του βάση  με αποτέλεσμα να έχουμε  μια πολιτική τάξη και μια κοινωνία που παραπαίει περισσότερο πλέον αποθαρρημένη παρά οργισμένη.
Για τους παραπάνω λόγους θεωρώ ότι η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και αποτελεί απερχόμενη δυναμη.
ΣΕΝΑΡΙΑ
Η Κεντροαριστερά, με βασικό εκφραστή το ΠΑΣΟΚ,  αποτέλεσε τα τελευταία είκοσι χρόνια το βασικό φορέα πολιτικών για την Αυτονομία, αλληλεγγύη, κοινωνική δικαιοσύνη και δημοκρατία, ισότητα όχι μόνο στο εσωτερικό των κρατών, αλλά και μεταξύ των κρατών όλου του κόσμου. Είναι ο πολιτικός χώρος που προσδοκούσε να  κάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση «μεγαλύτερη, καλύτερη, ισχυρότερη»
  • Μεγαλύτερη διευρύνοντάς την,
  • Καλύτερη φέρνοντάς την πιο κοντά στον απλό πολίτη,
  • Ισχυρότερη ενδυναμώνοντας τον παγκόσμιο ρόλο της.
Ο πολιτικός αυτός χώρος είναι πολύ πιθανόν να συνεχίσει να υπάρχει, παρά την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ. Άλλωστε οι ιδέες δεν παύουν να υπάρχουν. Το περιθώριο όμως για την ανάπτυξη και την ηγεμονία αυτών των ιδεών είναι άγνωστο ποιο θα είναι.   Συζήτηση, επομένως,  για τον  μετεκλογικό  ρόλο και κυρίως ως προς την ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς μπορεί να μόνο να αναλυθεί εφόσον υπάρξουν στη χώρα συνθήκες σταθερότητας και ομαλότητας.
 Συνθήκες οι οποίες είναι αρκετά πιθανό να μην υπάρχουν αν η χώρα προβεί στη μονομερή αθέτηση των διεθνών της υποχρεώσεων και βρεθεί εκτός ευρωζώνης και ευρώ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν μπορεί να φτάσει σήμερα η επιστημονική ανάλυση  γιατί οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης ίσως να υπερβαίνει την ανάλυση κάποιων αναδιατάξεων στον πολιτικό χώρο και να αφορούν περισσότερο ζητήματα εξασφάλισης και προστασίας της δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση και μετά την απρόσμενη, για μερικούς, άνοδο και δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ το ΠΑΣΟΚ είναι πολύ πιθανό να συμπιεστεί ακόμα περισσότερο σε αυτές τις εκλογές αφού το δίλημμα πλέον ευρώ η δραχμή είναι ισχυρό
Σε περίπτωση όμως που υπάρξει κυβέρνηση μετά τις εκλογές και αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας δυνάμεις που διεκδικούν, όπως ισχυρίζονται,  μια αντιυφεσιακή αναπτυξιακή πολιτική εντός του ευρώ παίζοντας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες και επομένως χτίζοντας συμμαχίες σε μια φάση ευνοϊκού για την Ελλάδα αναστοχασμού της ευρωπαϊκής πολιτικής, τότε ο  μετεκλογικός ρόλος του ΠΑΣΟΚ μπορεί να εξεταστεί με τα παρακάτω σενάρια.
Αν η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ είναι απαραίτητη για το σχηματισμό Κυβέρνησης το ΠΑΣΟΚ είναι προφανές ότι θα παρέχει την κοινοβουλευτική του στήριξη. Τα περιθώρια αντιπολίτευσης θα είναι περιορισμένα αφού η κυβερνητική του θητεία θα είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα διαρκώς παρούσα, πολλώ δε μάλλον αν ο ηγετικός πυρήνας παραμείνει ίδιος η υπόμνηση θα είναι διαρκής.
 Σε περίπτωση μάλιστα που επιλέξει ένα ριζοσπαστικό λόγο, είναι πολύ πιθανό να οδηγηθεί στην απόλυτη κοινωνικοπολιτική,εκλογική και ίσως οργανωτική  απορρόφηση από το ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά αν οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι τακτές, πολύ δε περισσότερο αν η κυβέρνηση με νεοδημοκρατικό κυρίως κορμό δεν καταφέρει να ολοκληρώσει με επιτυχία τη θητεία της και η κοινωνική δυσαρέσκεια γιγαντώσει. Σε μια τέτοια εξέλιξη και εφόσον προχωρήσει ο πρόεδρός του στην εκπεφρασμένη βούλησή του για ανανέωση της ηγετικής ομάδας, είναι πολύ πιθανό η έντονη αυτή ριζοσπαστικοποίηση του ΠΑΣΟΚ να αποτελέσει αφορμή  για αποχώρηση ηγετικών στελεχών που θα αναζητήσουν νέα στεγή με πιθανότερη εκδοχή τη δημιουργία νέου φορέα με σοσιαλδημοκρατικά κεντροαριστερά χαρακτηριστικα.
Στην περίπτωση που δεν είναι απαραίτητη η συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ στη νέα κυβέρνηση θα χρειαστεί να αποκρούσει αποτελεσματικά την επέλαση του ΣΥΡΙΖΑ που κινείται πλέον στη γραμμή της δημιουργίας και κατάληψης ενός νέου Κέντρου και κεντροαριστερού χώρου, τον οποίο αντιπαραθέτει με το «ακραίο» κέντρο, όπως αυτό έχει χαρακτηρισθεί.
Σε κάθε περίπτωση για να έχει πιθανότητες επιτυχίας ένας νέος φορέας της Κεντροαριστεράς θα πρέπει να ολοκληρωθεί ,σε χρόνο που δεν μπορεί να προβλεφθεί, η αποδόμηση και της νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης που αυτή τη στιγμή δίνει εν συνόλω την εκλογική μάχη. Μόνο μια αποτυχία και του έτερου πόλου του δικομματικού συστήματος θα δημιουργήσει τις οργανωτικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την ανάδυση μιας νέας κυρίαρχης πολιτικής δύναμης που θα έχει τις ρίζες της κυρίως στον ευρωπαικό δημοκρατικό σοσιαλισμό. Αν οι συνθήκες είναι τέτοιες που θα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο τα άκρα τότε ο χώρος του κέντρου θα γνωρίσει σημαντικές αλλαγές και μεταλλάξεις.
  Οι εξελίξεις είναι δυναμικές. Ίσως χρόνος να υπάρξει για τέτοιες πολιτικές μεταβολές. Ελπίζω και για τη χώρα.




Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Μια κρίση και μια ευκαιρία για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.




(αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 04/09/2012)

Είναι διαδεδομένη η άποψη , ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία χρειάζεται απελπισμένα ιδεολογική ανανέωση. Το μήνυμα των σοσιαλιστών στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια υπονομεύθηκε. Θα περίμενε κανείς, παράλληλα,  ότι  η κρίση του καπιταλισμού και του χρηματοπιστωτικού συστήματος  θα εδραίωνε μια ηγεμονία αριστερών ιδεών και δυνάμεων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να συμβαίνει.
Σε μια άλλη, όμως , ανάγνωση της  κρίσης, διαπιστώνουμε, ότι η ατζέντα κάποιων ευρωπαίων σοσιαλιστών επιβεβαιώνεται. Δεν είναι άλλωστε οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς, εκείνες που διαχρονικά επισημαίνουν , ότι χωρίς σημαντικά βήματα στην οικονομική και πολιτική ένωση, η ΕΕ  θα καταστεί απλός θεατής των παγκόσμιων εξελίξεων ; Ότι μια νομισματική ενοποίηση με αυστηρούς κανόνες για την προστασία του κοινού νομίσματος  αλλά  με ανύπαρκτη θέσμιση υπονομεύει συνολικά το ευρωπαϊκό εγχείρημα; Ότι είναι απαραίτητος ο περιορισμός της εθνικής ανεξαρτησίας και  ένα κοινό πλαίσιο πολιτικής για τη σταθερότητα του νομίσματος και τις προοπτικές ανάπτυξης της ΕΕ.; Ότι επιβάλλεται να γεφυρωθεί το χάσμα ανταγωνισμού μεταξύ Βορρά και Νότου;
Η κρίση, τελικά, είναι για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ευκαιρία.
Ευκαιρία για να ανασύρει και να αναδείξει το στόχο για  σταθερή ανάπτυξη , για προώθηση επενδύσεων ακόμα και σε περίοδο ύφεσης,  για περιορισμό και εποπτεία  του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για  ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας , τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ενίσχυση έρευνας και εκπαίδευσης, για  υποστήριξη, όσων υποφέρουν από τα βάρη της κρίσης και για διεύρυνση των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΕ.
Ευκαιρία, για να οργανώσει  και να υλοποιήσει ένα σχέδιο για την επόμενη δεκαετία με πολιτικούς και οικονομικούς στόχους για την ΕΕ, σε μια περίοδο που πολλά φαίνεται να αλλάζουν.
Ο χώρος της  ελληνικής κεντροαριστεράς και του εκσυγχρονισμού μπορεί  και πρέπει  να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Δεν αρκεί μόνο η οικονομική σωτηρία της χώρας-αν και προαπαιτούμενο- για να παραμείνει η Ελλάδα στον πυρήνα της ΕΕ. Η όσμωση ιδεών και η συμμετοχή στη διαμόρφωση των σύγχρονων δημόσιων πολιτικών, δίνουν πίστη στη δύναμη των ιδεών και στο όραμα για μια δίκαιη κοινωνία σε μια περίοδο,  που οι ανισότητες υπονομεύουν την αλληλεγγύη και τη δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη
Ας μην ξεχνάμε, όμως,  ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κοινωνικές συμμαχίες και ηγέτες. Σήμερα, φαίνεται,  ότι  οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε  νέες συλλογικότητες , με τη  συμμετοχή και του ΠΑΣΟΚ, που θα μας οδηγήσουν μέσα από μια διαδικασία ειλικρινούς διαλόγου και αυτοκριτικής σε μια νέα κοινωνική και πολιτική οργάνωση . Από τη διαδικασία αυτή , η γενιά μας δεν μπορεί να απέχει.


Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, Ιδρυτικό Μέλος της πολιτικής κοινότητας «Μπροστά» και Αντιπρόεδρος του Ομίλου Προβληματισμού για την Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ).

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Η συνάντηση των προοδευτικών δυνάμεων

Είναι εξαιρετικά χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η κινητικότητα που παρουσιάζεται την τελευταία περίοδο, ιδιαίτερα στον πολιτικό χώρο του κέντρου και πλησίον αυτού. Οι αποκαλούμενες «προοδευτικές, μεταρρυθμιστικές και δημιουργικές δυνάμεις» της χώρας, αποπειρώνται μέσω παλαιών ή και νέων κομματικών σχηματισμών, πολιτικών κινήσεων και συλλογικών πρωτοβουλιών της κοινωνίας των πολιτών, να οριοθετήσουν εκ νέου τη θέση τους στην κοινωνία, υπό την πίεση των συνθηκών και των προκλήσεων που θέτει η ολική κρίση που βιώνουμε - κρίση οικονομική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική.

Η συζήτηση είναι έντονη, αν και πολλές φορές αποσπασματική. Περιστρέφεται συχνά γύρω από την έννοια της «δικαιοσύνης», της ανάγκης «απόδοσης δικαίου», του βαθμού δικαίου που χαρακτηρίζει τα μέτρα και τις πολιτικές. Είναι μια συζήτηση, που χωρίς να συνομολογείται ρητά, τη διαπερνά και την καθορίζει η πολιτική αντίληψη των συμμετεχόντων για τη «δίκαιη κοινωνία» και πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσα στις παρούσες συνθήκες.

Στο παρόν σύντομο κείμενο υποστηρίζω τη θέση ότι οι προοδευτικές δυνάμεις του τόπου, θα μπορέσουν να συναντηθούν σε μια νέα κοινωνική συνισταμένη, με πολιτική έκφραση που θα υπερβαίνει τις αγκυλώσεις και υστερήσεις του παρελθόντος, αν λειτουργήσουν συνθετικά, οικοδομήσουν από κοινού και συμμετάσχουν με ειλικρίνεια σε ένα δημόσιο και συνεχή ανοικτό κοινωνικό και πολιτικό διάλογο για μια δίκαιη κοινωνία.

Τα ερωτήματα είναι βασικά, πρωτογενή, αλλά κυρίαρχα και θεμελιώδη για την αναζήτηση μιας κοινής ιδεολογικής σύγκλισης, που μπορεί να οδηγήσει σε μια ηγεμονία προοδευτικών ιδεών.

Πώς πρέπει να επιδιώκονται και να κατανέμονται οι καρποί της ανάπτυξης και της ευημερίας;

Πώς πρέπει να επιμερίζονται τα βάρη των δύσκολων καιρών και το κόστος της κρίσης;

Πώς πρέπει να ορίζονται τα βασικά δικαιώματα των πολιτών και πώς αυτά να προστατεύονται;

Πώς πρέπει να διανέμουμε τα αγαθά στα οποία δίνουμε αξία, δηλαδή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, τον πλούτο και το εισόδημα, τα αξιώματα και τις θέσεις ευθύνης, και τέλος,

Πώς πρέπει, ειδικά τώρα, να αντιμετωπίσουμε την ανισότητα που υπονομεύει την αλληλεγγύη και το αίσθημα της κοινότητας, όταν αυτά είναι συστατικά και αναπόσπαστα στοιχεία της δημοκρατικής ιδιότητας του πολίτη; Πώς θα αποτρέψουμε την περαιτέρω υποβάθμιση δημοσίων υπηρεσιών, αγαθών και θεσμών, των χώρων συνάντησης πολιτών με διαφορετική κοινωνική προέλευση, που λειτουργεί ανασταλτικά -έως και καταστροφικά- στην καλλιέργεια της αλληλεγγύης και την ενθάρρυνση της ατομικής δράσης, μέσα σε ένα πλαίσιο κοινωνικής συνευθύνης;

Η μελέτη και επεξεργασία δημόσιων πολιτικών που απαντούν στον πυρήνα των παραπάνω ερωτημάτων, μπορούν να αποτελέσουν τη μαγιά μιας εντατικής συνεργατικής παρουσίας των δυνάμεων της προόδου και του εκσυγχρονισμού στο δημόσιο διάλογο.

Για να λειτουργήσει και να φέρει αποτελέσματα στη δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας η διαλεκτική αυτή σχέση, είναι απαραίτητο να τεθούν κάποιες προϋποθέσεις και να συνομολογηθούν κοινές παραδοχές.

Να στοχεύσουμε από κοινού και να δημιουργήσουμε μια δημόσια σφαίρα δεκτική στις -έστω και αναπόφευκτες- διαφωνίες, ακόμα και αν αυτές υπάρχουν μεταξύ των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων που θέλουν να βλέπουν τα πράγματα να πηγαίνουν μπροστά.

Να φανταστούμε μια πολιτική που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα ηθικά και πνευματικά ζητήματα και να τα συνδέσουμε με ευρύτερες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές πρόνοιες και μέριμνες.

Να αναζητήσουμε από κοινού και να βρούμε τον τρόπο για να καλλιεργηθεί στους πολίτες το ενδιαφέρον για το σύνολο, η κοινωνική εμπιστοσύνη και η αφοσίωση στο κοινό καλό και να αποδομήσουμε, να αντιταχθούμε στις απόλυτα ιδιωτικά εξατομικευμένες ερμηνείες της ευημερίας.

Να αξιολογήσουμε και να θέσουμε κριτήρια στη θέση ότι, δικαιοσύνη σημαίνει ότι δίνουμε στα άτομα ό,τι τους αξίζει και οφείλεται.

Να αποδεχθούμε ότι για να κατανοήσουμε μια σειρά ηθικών και πολιτικών υποχρεώσεων και για να είναι ακόλουθη με αυτές η πολιτική μας πρακτική, αν και ελεύθεροι, δεσμευόμαστε από δεσμούς τους οποίους μπορεί να μην έχουμε επιλέξει, αλλά έχουν να κάνουν και με την αλληλεγγύη, την ιστορική και συλλογική μνήμη, τις κοινωνικές και πολιτισμικές εναποθέσεις και τη συμπόρευση στην ηθική αποκατάσταση και την εκ νέου νομιμοποίηση της πολιτικής.

Η κινητικότητα ιδεών και προσώπων που παρουσιάζεται στον ευρύτερο χώρο του κέντρου, ίσως και να αποτελεί εν μέρει σημάδι ιδεολογικής σύγχυσης, απότοκο, μπορεί και δικαιολογημένο, μιας σφοδρής ολικής κρίσης. Αποτελεί όμως και προπομπό μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής διεργασίας, που μέσα από την ωρίμανση του διαλόγου, όπως αυτός περιγράφηκε, θα μπορέσει να οδηγήσει σε νέες κοινωνικές συνθέσεις -απαραίτητες για την επικράτηση προοδευτικών πολιτικών, την ανάδειξη νέων ηγεσιών, την απελευθέρωση των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και την εξασφάλιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.

Δημοσιεύθηκε στη "Μεταρρυθμιση" στις 20/4/2012

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Έξι μήνες χωρίς το Νίκο Θέμελη.

Ο Νίκος αγαπούσε πολύ τα ρολόγια. Σε στιγμές σημαντικές, στιγμές που ήθελε να θυμάται και να του θυμίζουν, έπαιρνε ένα ρολόϊ.

Ο χρόνος ήταν για εκείνον σύμμαχος. Στην ωρίμαση των σκέψεων και το σχεδιασμό των κινήσεων για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πολλούς. Στην αναζήτηση των απαραίτητων συνθέσεων και κοινωνικών συμμαχιών για να πηγαίνουν τα πράγματα μπροστά. Στην ανάλυση της πραγματικότητας και στην εξεύρεση των πολιτικών που οδηγούσαν σε ανατροπή, σε ρήξη και απελευθέρωση από κατεστημένες αντιλήψεις και νοοτροπίες.

Ο χρόνος ήταν για το Νίκο και δυνάστης. Στο διαρκές δημιουργικό του άγχος για δίκαιη και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Στην αγωνία του να πετύχει η Ελλάδα τη στιγμή που έπρεπε και με τον τρόπο που μπορούσαμε στόχους, που μας έφερναν πιο αποφασιστικά στο δρόμο του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού. Στη σύζευξη της σκληρής δικής του καθημερινής πραγματικότητας και της αναγκαίας-έως και λυτρωτικής-αποστασιοποίησης απ’αυτή για να γεμίζει με λέξεις τα βιβλία του. Και εμάς με ιδέες, σκέψεις, αξίες, συμβουλές, προσδοκίες και όνειρα.

Εκείνο το μελαγχολικό σαββατιάτικο απόγευμα του Αυγούστου ο χρόνος σταμάτησε. Στιγμιαία. Για τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Τον αποχαιρετισμό. Ο χρόνος, δυνάστης και σύμμαχος, ηττήθηκε από το Νίκο. Με τον ίδιο τρόπο που έζησε, κέρδισε την αιωνιότητα. Γεμάτα. Σεμνά. Διακριτικά. Με ευγένεια που αφόπλιζε. Και με πάθος για ζωή και πρόοδο που συνεπήρε. Αν η ζωή έχει κάποια κοινά με ένα ρολόι, αισθάνομαι ότι η ζωή του είχε τη σταθερότητα, τη διακριτικότητα του συνεχούς κτύπου και την ένταση και αποφασιστικότητα τη στιγμή της νομοτελειακής σύγκρουσης και της απαραίτητης αναγέννησης, όταν η ώρα ήταν ΑΚΡΙΒΩΣ. Τη στιγμή που έπρεπε.

Σε εκείνους που τον ήξεραν και συνεργάστηκαν. Σε εκείνους που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Σε εκείνους που τον διάβασαν και τον ανακάλυψαν. Σε όλους εμάς, ο Νίκος, άφησε το δικό του διαχρονικό ρυθμό στον κτύπο των ρολογιών μας.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Μπροστά, σήμερα

Αθήνα, 12.02.2012



α. Η «γενιά της Ευρώπης» χρειάζεται να μιλήσει



Σήμερα η Βουλή των Ελλήνων θα ψηφίσει ή θα απορρίψει τη νέα δανειακή σύμβαση. Το δίλημμα έχει τεθεί και δεν είναι προσχηματικό. Είναι πραγματικό και αφορά όλους μας. Είτε θα συνεχίσουμε να δίνουμε τον αγώνα των επίπονων αλλαγών μέσα στην Ευρώπη, με κόστος, αλλά με δυνατότητες ή θα βρεθούμε στην τριτοκοσμική τροχιά της δραχμής και θα γυρίσουμε δεκαετίες πίσω. Σήμερα αποφασίζουμε για το ποιοί είμαστε, που ανήκουμε, που θέλουμε να πάμε και πώς θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια.

Υπάρχει μια γενιά, την οποία προκλητικά επικαλούνται όλοι, πάνω στην οποία συστηματικά βυσσοδομούν κυρίως οι παλαιότερες γενιές, ενώ η ίδια δεν εκφράζεται συγκροτημένα στο δημόσιο διάλογο. Είναι η γενιά όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, όταν η χώρα μας έκανε τα πρώτα της βήματα στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Είναι η γενιά με την καλύτερη μόρφωση και τυπικά προσόντα που έζησε ποτέ στη χώρα, η οποία «φέρει» ένα σημαντικό προνόμιο και κεκτημένο: την Ευρώπη. Είναι η δική μας γενιά. Για εμάς, η Ευρώπη είναι κομμάτι της καθημερινής μας ζωής. Βρίσκεται στις υποδομές μας, στην οικονομία μας, στο κράτος, στον πολιτισμό, στις σπουδές μας, στο περιβάλλον. Πήραμε το πρώτο μας χαρτζιλίκι σε δραχμές, αλλά τα πρώτα μας χρήματα τα αποκτήσαμε σε ευρώ. Δε θυμόμαστε πια πόσα ευρώ είναι «ένα πεντοχίλιαρο» κι έχουμε φίλους στο Λονδίνο, στη Βαρκελώνη και στο Άμστερνταμ. Δεν ασπαζόμαστε συνομωσίες, δεν πιστεύουμε ότι μας "χρωστάνε", ούτε ότι είμαστε περιούσιος λαός. Πιστεύουμε όμως στις δυνατότητές μας, αλλά και στο ότι η Ευρώπη είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε. Είναι ο σταθερός μοχλός μεταρρυθμίσεων και αλλαγών στη χώρα μας, ο ειρηνοποιός σε μια ταραγμένη γειτονιά. Είναι μια κοινότητα που έχει ωφελήσει την Ελλάδα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά.

Και όμως. Είμαστε η πρώτη γενιά μεταπολεμικά που δε ζει με την προσδοκία μιας καλύτερης πραγματικότητας. Οι έννοιες της απόκτησης ιδιοκτησίας, της περιουσίας, της αποταμίευσης, της σταθερής εργασίας, της ασφάλειας, της δημιουργίας οικογένειας είναι πλέον για την πλειονότητα των νέων απόμακρες και πιθανά απραγματοποίητες. Ταυτόχρονα, βλέπουμε τους εργοδότες μας στον ιδιωτικό τομέα να συλλαμβάνονται για χρέη στο Δημόσιο. Πολλούς στο Δημόσιο να συνεχίζουν ατάραχοι τον καταστροφικό τους λήθαργο ή να εμποδίζουν τους λίγους ευσυνείδητους να κάνουν το καθήκον τους. Την ίδια στιγμή ακούμε συνομήλικούς μας να φωνάζουν να «καεί η Βουλή» ή να υιοθετούν εύκολα συνθήματα της γενιάς του Πολυτεχνείου, να υψώνουν τείχη σε αλλαγές, για τις οποίες θα έπρεπε να είμαστε μπροστάρηδες, να ενδίδουν καθημερινά σε έναν ξεπερασμένο από τις εξελίξεις ιδεολογικό αγώνα, που νομιμοποιεί την ανομία και μας γυρίζει πίσω, όταν το ζητούμενο είναι η φυγή προς τα εμπρός. Τελικά, να κοινωνούν έναν διογκούμενο δηλητηριώδη λαϊκισμό που περιθωριοποιεί την κοινή λογική, την ψυχραιμία, τον τεκμηριωμένο λόγο, το σχεδιασμό, τη συνεργασία, την πολιτική πράξη. Είναι αναμενόμενο. Σε αυτό το περιβάλλον ζούμε. Αυτά είναι τα πρότυπα και οι πρακτικές που κληροδοτούν οι προηγούμενες γενιές στη δική μας. Σαφέστατα, δεν έχουμε τεκμήριο αθωότητας. Όμως αποποιούμαστε αυτήν την αχρείαστη κληρονομιά.



β. Η κρίση έχει ταυτότητα



Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις για το πως φτάσαμε ως εδώ. Δεν ζούσαμε στον επίγειο παράδεισο ούτε βρισκόμαστε στο περιθώριο. Η κρίση βρήκε τη χώρα ανοχύρωτη και απροετοίμαστη σε επίπεδο εξουσίας, οικονομίας, κοινωνικών δομών και κυρίως νοοτροπίας. Λίγοι μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν με ειλικρίνεια την είσοδό μας σε μια σκληρή πραγματικότητα. Και ακόμα λιγότεροι μπόρεσαν να ακούσουν, αφού οι φωνές του λαϊκισμού και της αντίδρασης ήταν πολλές και έβρισκαν εξίσου πολλούς πρόθυμους αναμεταδότες. Όπως συμβαίνει κάθε φορά που το μαχαίρι μπαίνει στο κόκκαλο και απειλούνται τα βολικά προνόμια εντός και δορυφορικά του κράτους.

Τα άκρα απειλούν να ορίσουν το δημόσιο διάλογο. Ο κρατισμός ονομάζεται κοινωνική ευαισθησία. Η διάλυση της πόλης που ζούμε ονομάζεται δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Ο αποκλεισμός δημοσίων υπηρεσιών θεωρείται «αντίσταση στην εξουσία». Θεσμικοί παίκτες υπερασπίζονται τη μη εφαρμογή νόμων και την αναπαραγωγή ενός συστήματος δικαιοσύνης, που πλέον δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας μας. Η ανομία και η ατιμωρησία ονομάζονται «νομική παράδοση» στο θέατρο των δήθεν υπερασπιστών της συνταγματικής νομιμότητας. Οι ανορθολογικές και οι αντιευρωπαϊκές φωνές πληθαίνουν.

Βλέπουμε καθαρά τα διαχρονικά ελλείμματα της πολιτικής όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Βλέπουμε καθαρά τη μυωπική στάση της σημερινής ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα εγχώρια λάθη της τελευταίας κρίσιμης διετίας: στην απουσία σύνδεσης ύφεσης και στόχων, στο αναπτυξιακό έλλειμμα, στις οριζόντιες και άδικες περικοπές εισοδημάτων, στην ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές αλλαγές γρήγορα και αποτελεσματικά. Και προκαλεί τη λογική και τη μνήμη μας η υποκρισία μερικών αποτυχημένων διαχειριστών του μνημονίου που σήμερα το λοιδωρούν και το δαιμονοποιούν.



γ. Νέες συλλογικότητες χωρίς ψευδαισθήσεις



Ας μην ξεχνάμε ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κοινωνικές συμμαχίες και ηγέτες. Σήμερα οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε νέες πολιτικές δυνάμεις που δεν ωραιοποιούν, δεν κρύβονται, δεν στρογγυλεύουν, αλλά υπερβαίνουν την παλαιά πολιτική και τα κόμματά της. Τώρα όσο ποτέ ένα μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς νιώθει την ανάγκη να πάρει το λόγο και να εκτονώσει δημιουργικά την αντίθεσή του απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Είναι μια αρχή μιας νέας συλλογικότητας που θα μας οδηγήσει σύντομα σε μια νέα κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Η συζήτηση είναι πλέον ανοιχτή και τα τείχη έχουν πέσει. Όσοι περισσότεροι έλθουμε κοντά γιατί μας ενώνει το εφικτό, όσοι περισσότεροι βλέπουμε ευκαιρίες να δημιουργήσουμε, όσοι περισσότεροι απαντάμε πειστικά απέναντι στο οργανωμένο μπλοκ της άρνησης, της μετριοκρατίας και της απομόνωσης, τόσο αυξάνουμε την πιθανότητα να έλθουν στο φως και να ενεργοποιηθούν άξιοι πολίτες.



δ. Η παραμονή στην Ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτη. Άμεσες ενέργειες.



Δε διανοούμαστε μια Ελλάδα αφημένη κυριολεκτικά στις εμπνεύσεις και ορέξεις των σημερινών πολιτικών πρωταγωνιστών του μεταπολιτευτικού δράματος. Η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτη. Η διεθνής απομόνωση, η φτώχεια, η στασιμότητα και η ανασφάλεια που αυτή θα επιφέρει είναι απευκτέες. Η μάχη πρέπει να δοθεί και θα δοθεί μέσα στην Ευρώπη. Ο δρόμος είναι ένας: δουλειά, δημιουργία, ευθύνη, φαντασία, κοινή λογική, έλεγχος, διαφάνεια, λογοδοσία, δημοκρατία, συμμετοχή, ποιότητα, ουσία.

Σήμερα, προέχει να ψηφισθεί και να υλοποιηθεί η νέα δανειακή σύμβαση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το νέο Μνημόνιο είναι πανάκεια για τη χώρα. Περιέχει μέτρα που μας βρίσκουν αντίθετους, όπως για παράδειγμα η μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Περιέχει όμως και ευεργετικές διατάξεις για αλλαγές στο κράτος, τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Ας είμαστε ρεαλιστές. Η νέα σύμβαση μπορεί να αποτελέσει την τελευταία πράξη μιας περιόδου ανασφάλειας και αβεβαιότητας και την απαρχή μιας νέας δύσκολης προσπάθειας, χωρίς όμως ψευδαισθήσεις. Μιας περιόδου αυτογνωσίας, αυτοκριτικής και σκληρής δουλειάς. Μέσα στους επόμενους μήνες, προέχει να κερδίσει η χώρα μας την εμπιστοσύνη των εταίρων της, των διεθνών οργανισμών και των Ευρωπαίων φορολογουμένων που μας δανείζουν.

Αυτό είναι εφικτό με την αναγκαία παράταση ζωής στη σημερινή κυβέρνηση και τη στήριξή της από τα κόμματα χωρίς τυχοδιωκτισμούς, ώστε να υλοποιηθούν οι βασικές μεταρρυθμίσεις πριν από τις εκλογές και να εμπεδωθεί από όλους ότι στο εξής η συνεργασία είναι μονόδρομος. Είναι εφικτό – τώρα και στη συνέχεια - με την άμεση και αποφασιστική προώθηση αλλαγών που «χτυπούν» την κομματοκρατία στον πυρήνα της, δηλαδή ένα νέο αναλογικότερο εκλογικό σύστημα με κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών, ένα νέο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση των κομμάτων και την αποφασιστική μεταρρύθμιση των δομών και της λειτουργίας του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα, ώστε να έλθουν γρήγορα δίκαια αποτελέσματα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του ανοίγματος τομέων της οικονομίας και στην απονομή της δικαιοσύνης.

Με την παρέμβασή μας κάνουμε μια αρχή. Φιλοδοξούμε να καταθέτουμε τις προτάσεις μας, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας πολιτικής κοινότητας που αγκαλιάζει τη δυναμική Ελλάδα. Αυτήν που γνωρίζει τι σημαίνει «παράγω», «δημιουργώ», «μορφώνομαι», «αγωνιώ», «αναζητώ», «σέβομαι», «συμμετέχω», «προσφέρω». Αυτήν που μπαίνει μπροστά για να πάμε μπροστά στα δύσκολα. Χρειαζόμαστε μια ανάσα ελπίδας, εμπιστοσύνη και ουσιαστική επικοινωνία. Μπορούμε να τα κερδίσουμε.



Υπογράφοντες

Κωνσταντίνος Αλεξάκος – Αρχιτέκτονας

Θανάσης Αργυρόπουλος – Πολιτικός Επιστήμονας

Κωνσταντίνος Βαφειάδης - Δρ. Χημικός Μηχανικός

Παναγιώτης Βλάχος – Υπ. Δρ. Πολιτικής Επιστήμης/Σύμβουλος Πολιτικής

Βαγγέλης Βλάχος – Μηχανικός Υπογείων Έργων, MSc

Θανάσης Γκούγκλας - Πολιτικός Επιστήμονας/Μέλος G700

Ανδρέας Κανελλάκης – Ειδικος Διαπραγματευτης Β' Παραγωγων ΧΠΑ

Μάριος Θεμιστοκλέους – Γιατρός

Ξένια Καπόρη – Οικονομολόγος

Μαρία Καρακλιούμη - Πολιτική Αναλύτρια/Αντιπεριφερειάρχης Αττικής

Βασίλης Κ. Καραμητσάνης – Δικηγόρος

Νίκος Κασκαβέλης – Δικηγόρος

Θανάσης Κοντογεώργης – Δικηγόρος

Χριστίνα Κόκοτα – Πιανίστρια Εθνικού Ωδείου

Μιχάλης Λούπης – Δημοσιογράφος

Νίκος Μαντζούφας - Πολιτικός Μηχανικός/Ειδικός Γραμματέας Συμπράξεων Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα

Αντώνης Μαρκόπουλος - Δρ. Ηλ. Μηχανικος/Ειδικός Γραμματέας Ψηφιακού Σχεδιασμού

Δήμητρα Μαυράκη – Περιβαλλοντολόγος, MSc

Ρόζα Μόνου – Σύμβουλος Επικοινωνίας

Ευάγγελος Ντηνιακός – Δικηγόρος

Αντώνης Οικονόμου - Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός

Κωνσταντίνος Πλατίτσας – Δικηγόρος

Λαμπρινή Ρόρη – Υπ. Δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Université Paris I, Sorbonne

Άκης Σκέρτσος - Σύμβουλος Πολιτικής Επικοινωνίας

Μιχάλης Στάγκος – Επιχειρηματίας

Τάσος Συκάκης – Διεθνολόγος/Σύμβουλος Επικοινωνίας

Στράτος Τάκης – Πολιτικός Επιστήμονας

Αλέξανδρος Χατζόπουλος – Δικηγόρος

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Πλεύση με νέο πλήρωμα

Πλεύση με νέο πλήρωμα.

* Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικο Μεταρρύθμιση, τεύχος Μαϊου


Η ζωή μας φαίνεται να αλλάζει. Η οικονομική κρίση θέτει πλέον ερωτήματα επιβίωσης για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας . Κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από την ένταση της κρίσης. Θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες και τις ανάγκες μας. Ήδη, ζούμε με αγωνία το παρόν και κοιτάζουμε με απορία και απαισιοδοξία το μέλλον. Είναι μια ανθρώπινη, όμοια για τους περισσότερους αντίδραση, απόρροια των καταιγιστικών εξελίξεων που λίγοι ανέμεναν και λιγότεροι είχαν προειδοποιήσει για αυτές. Προτιμήσαμε, όμως, να μην ακούσουμε τις νηφάλιες φωνές και μένει τώρα να ελπίζουμε ότι οι ατομικές ευθύνες και τα συλλογικά λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον.

Όλα φαίνεται να αλλάζουν. Το αύριο προδιαγράφεται απαιτητικό. Θα χρειαστεί συνέπεια, επιμονή και ακεραιότητα. Με αυτές τις αρετές πρέπει να οπλιστεί γρήγορα και η κυβέρνηση. Στις νέες συνθήκες πρώτη αυτή πρέπει να ανταποκριθεί και να προσαρμοσθεί. Η κινητικότητα και η εντατική δουλειά στην αντιμετώπιση της κρίσης είναι στοιχεία που πρέπει να διατηρήσει και για τη συνέχεια.. Η αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας και των αποτελεσμάτων που παρήγε ανήκει στον ιστορικό του μέλλοντος, ο οποίος απερίσπαστος από την ένταση των γεγονότων και των εξελίξεων θα καταγράψει τα όσα έγιναν. Ο Πρωθυπουργός, όμως, οφείλει να προχωρήσει στη δική του αξιολόγηση και αφού προσδιορίσει και αναλύσει τη νέα πραγματική κατάσταση, να λάβει αποφάσεις για το πώς θα προχωρήσει, σε ποια κατεύθυνση και με ποιους. Η επιλογή των προσώπων που θα κληθούν να βοηθήσουν την χώρα να ανακτήσει τη χαμένη της εθνική αυτοπεποίθηση είναι κρίσιμη. Οι καιροί είναι αυτοί που επιβάλλουν και τα πρόσωπα.

Οι συνθήκες απαιτούν πείρα. Πρόσωπα του πολιτικού βίου της χώρας, τα οποία έχουν διαχειριστεί επιτυχώς τα δημόσια πράγματα και έχουν αποδεδειγμένη γνώση των οικονομικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας, δεν μπορεί να μένουν στο περιθώριο. Έστω και αν κάποια, πολιτική ή επικοινωνιακή αναγκαιότητα έχει επιβάλει την περιθωριοποίησή τους, δεν βρίσκω μεγαλύτερη πολιτική αναγκαιότητα από τη διάσωση της χώρας. Δεν είναι σκοπός αυτού του άρθρου να επιμερίσει ευθύνες του παρελθόντος. Θεωρώ , όμως, ότι η πολιτική ηγεσία και έτι περισσότερο η κοινωνία έχει την ωριμότητα, τη νηφαλιότητα και τη μνήμη να ξεχωρίσει ποιοι πέτυχαν και ποιοι απέτυχαν. Ποιοι φρόντισαν για το κοινό μας μέλλον και ποιοι αδιαφόρησαν. Ποιοι είχαν το δημιουργικό άγχος να αλλάξει η πατρίδα μας και ποιοι την αγωνία για την προσωπική τους ευημερία. Και αν η μνήμη είναι ασθενής πάντα θα υπάρχουν πρόσωπα , γραπτά και αδιάσειστα στοιχεία να μας τα υπενθυμίζουν.

Οι συνθήκες απαιτούν προσωπικές υπερβάσεις. Η χωρίς δισταγμό αποδοχή και αναγνώριση λαθών στην επιλογή προσώπων και η άμεση αντικατάστασή τους προσθέτει κύρος, αξιοπιστία και μέρισμα αποδοχής στην κοινωνία. Η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος έχει δοκιμασμένα στη δημόσια διοίκηση πρόσωπα, ικανά να εργαστούν αποτελεσματικά με εντατικούς ρυθμούς. Ο πρωθυπουργός τα γνωρίζει. Ας τα αξιοποιήσει. Διαχωριστικές λογικές του παρελθόντος δεν επιτρέπει η συγκυρία.

Οι συνθήκες απαιτούν συνέπεια , επιμονή και ακεραιότητα. Οι δεσμεύσεις, τις οποίες θα αναλάβουμε απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι επιτακτική ανάγκη να τηρηθούν απαρεγκλίτως. Παλινωδίες και αναβλητικότητα στη λήψη αποφάσεων θα οδηγήσουν σε πλήρη αποτυχία την προσπάθεια. Το πολιτικό κόστος των οικονομικών μέτρων σίγουρα θα είναι μεγάλο. Το κόστος που θα καταβάλει η ελληνική κοινωνία είναι δυσβάστακτο και λυπηρό. Δεν θα συγκρίνεται, όμως, με το κόστος που θα κληθεί να καταβάλλει, αν αποτύχει η προσπάθεια. Εάν με την πρώτη αχτίδα φωτός , φέρουμε και πάλι από την «πίσω πόρτα» τις πελατειακές σχέσεις, υστερήσεις, παθογένειες και κατεστημένες νοοτροπίες που τελμάτωσαν τη χώρα, τότε η Ελλάδα δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει. . Η ελπίδα και η αισιοδοξία θα επιστρέψουν όχι αν τις χρησιμοποιούμε ως έννοιες σε ρητορικά σχήματα, όπως δυστυχώς έγινε προεκλογικά, αλλά εάν δουλέψουμε συλλογικά σε αυτά που οφείλουμε να κάνουμε αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος. Σήμερα, έχουμε περισσότερο ανάγκη να ακούσουμε και να πιστέψουμε σε μια ρεαλιστική πολιτική πρόταση που θα διασφαλίσει το παρόν και το μέλλον της χώρας. Και για να την πιστέψουμε χρειάζεται να την πιστέψουν και εκείνοι που θα την σχεδιάσουν και θα την υλοποιήσουν.

Οι συνθήκες απαιτούν προσωπικότητες. Ακούγονται καθημερινά πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ευρείας αποδοχής, τα οποία θα μπορούσαν, εφόσον προσκαλούνταν προς τούτο, να συνδράμουν την προσπάθεια της κυβέρνησης. Είμαι σίγουρος, ότι αρκετοί εξ αυτών το σκέφτονται ή και θα το επιθυμούσαν. Η μόνη ίσως, αναστολή τους είναι η βιωσιμότητα της παρουσίας τους. Χρειάζεται να ξέρουν ότι εφόσον προσκληθούν θα μπορούν απερίσπαστοι από σκοπιμότητες και υστεροβουλίες και με την πολιτική κάλυψη του πρωθυπουργού και της ηγεσίας να κάνουν τη δουλειά τους και να φανούν χρήσιμοι στη χώρα. Χρειάζεται να πιστέψουν ότι δεν θα αποτελέσουν τα εξιλαστήρια θύματα μιας πολιτικής που μπορεί και να αποτύχει γιατί οι συνθήκες δεν είναι ομαλές. Χρειάζεται να δουν από την πλευρά του πρωθυπουργού πολιτικές επιλογές με τις οποίες θα πειστούν, ότι θα εξασφαλιστούν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να δουλέψουν με επιτυχία.

Είναι καιρός να σχηματιστεί μια «συμμαχία προθύμων». Είναι ευθύνη του πρωθυπουργού να αναλάβει την πρωτοβουλία.

Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, υπ. Διδάκτωρ

http://thanasiskontogeorgis.blogspot.com/