Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Έξι μήνες χωρίς το Νίκο Θέμελη.

Ο Νίκος αγαπούσε πολύ τα ρολόγια. Σε στιγμές σημαντικές, στιγμές που ήθελε να θυμάται και να του θυμίζουν, έπαιρνε ένα ρολόϊ.

Ο χρόνος ήταν για εκείνον σύμμαχος. Στην ωρίμαση των σκέψεων και το σχεδιασμό των κινήσεων για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πολλούς. Στην αναζήτηση των απαραίτητων συνθέσεων και κοινωνικών συμμαχιών για να πηγαίνουν τα πράγματα μπροστά. Στην ανάλυση της πραγματικότητας και στην εξεύρεση των πολιτικών που οδηγούσαν σε ανατροπή, σε ρήξη και απελευθέρωση από κατεστημένες αντιλήψεις και νοοτροπίες.

Ο χρόνος ήταν για το Νίκο και δυνάστης. Στο διαρκές δημιουργικό του άγχος για δίκαιη και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Στην αγωνία του να πετύχει η Ελλάδα τη στιγμή που έπρεπε και με τον τρόπο που μπορούσαμε στόχους, που μας έφερναν πιο αποφασιστικά στο δρόμο του εκσυγχρονισμού και του εξευρωπαϊσμού. Στη σύζευξη της σκληρής δικής του καθημερινής πραγματικότητας και της αναγκαίας-έως και λυτρωτικής-αποστασιοποίησης απ’αυτή για να γεμίζει με λέξεις τα βιβλία του. Και εμάς με ιδέες, σκέψεις, αξίες, συμβουλές, προσδοκίες και όνειρα.

Εκείνο το μελαγχολικό σαββατιάτικο απόγευμα του Αυγούστου ο χρόνος σταμάτησε. Στιγμιαία. Για τη συνειδητοποίηση της απώλειας. Τον αποχαιρετισμό. Ο χρόνος, δυνάστης και σύμμαχος, ηττήθηκε από το Νίκο. Με τον ίδιο τρόπο που έζησε, κέρδισε την αιωνιότητα. Γεμάτα. Σεμνά. Διακριτικά. Με ευγένεια που αφόπλιζε. Και με πάθος για ζωή και πρόοδο που συνεπήρε. Αν η ζωή έχει κάποια κοινά με ένα ρολόι, αισθάνομαι ότι η ζωή του είχε τη σταθερότητα, τη διακριτικότητα του συνεχούς κτύπου και την ένταση και αποφασιστικότητα τη στιγμή της νομοτελειακής σύγκρουσης και της απαραίτητης αναγέννησης, όταν η ώρα ήταν ΑΚΡΙΒΩΣ. Τη στιγμή που έπρεπε.

Σε εκείνους που τον ήξεραν και συνεργάστηκαν. Σε εκείνους που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Σε εκείνους που τον διάβασαν και τον ανακάλυψαν. Σε όλους εμάς, ο Νίκος, άφησε το δικό του διαχρονικό ρυθμό στον κτύπο των ρολογιών μας.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Μπροστά, σήμερα

Αθήνα, 12.02.2012



α. Η «γενιά της Ευρώπης» χρειάζεται να μιλήσει



Σήμερα η Βουλή των Ελλήνων θα ψηφίσει ή θα απορρίψει τη νέα δανειακή σύμβαση. Το δίλημμα έχει τεθεί και δεν είναι προσχηματικό. Είναι πραγματικό και αφορά όλους μας. Είτε θα συνεχίσουμε να δίνουμε τον αγώνα των επίπονων αλλαγών μέσα στην Ευρώπη, με κόστος, αλλά με δυνατότητες ή θα βρεθούμε στην τριτοκοσμική τροχιά της δραχμής και θα γυρίσουμε δεκαετίες πίσω. Σήμερα αποφασίζουμε για το ποιοί είμαστε, που ανήκουμε, που θέλουμε να πάμε και πώς θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια.

Υπάρχει μια γενιά, την οποία προκλητικά επικαλούνται όλοι, πάνω στην οποία συστηματικά βυσσοδομούν κυρίως οι παλαιότερες γενιές, ενώ η ίδια δεν εκφράζεται συγκροτημένα στο δημόσιο διάλογο. Είναι η γενιά όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, όταν η χώρα μας έκανε τα πρώτα της βήματα στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Είναι η γενιά με την καλύτερη μόρφωση και τυπικά προσόντα που έζησε ποτέ στη χώρα, η οποία «φέρει» ένα σημαντικό προνόμιο και κεκτημένο: την Ευρώπη. Είναι η δική μας γενιά. Για εμάς, η Ευρώπη είναι κομμάτι της καθημερινής μας ζωής. Βρίσκεται στις υποδομές μας, στην οικονομία μας, στο κράτος, στον πολιτισμό, στις σπουδές μας, στο περιβάλλον. Πήραμε το πρώτο μας χαρτζιλίκι σε δραχμές, αλλά τα πρώτα μας χρήματα τα αποκτήσαμε σε ευρώ. Δε θυμόμαστε πια πόσα ευρώ είναι «ένα πεντοχίλιαρο» κι έχουμε φίλους στο Λονδίνο, στη Βαρκελώνη και στο Άμστερνταμ. Δεν ασπαζόμαστε συνομωσίες, δεν πιστεύουμε ότι μας "χρωστάνε", ούτε ότι είμαστε περιούσιος λαός. Πιστεύουμε όμως στις δυνατότητές μας, αλλά και στο ότι η Ευρώπη είναι το περιβάλλον, μέσα στο οποίο μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε. Είναι ο σταθερός μοχλός μεταρρυθμίσεων και αλλαγών στη χώρα μας, ο ειρηνοποιός σε μια ταραγμένη γειτονιά. Είναι μια κοινότητα που έχει ωφελήσει την Ελλάδα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά.

Και όμως. Είμαστε η πρώτη γενιά μεταπολεμικά που δε ζει με την προσδοκία μιας καλύτερης πραγματικότητας. Οι έννοιες της απόκτησης ιδιοκτησίας, της περιουσίας, της αποταμίευσης, της σταθερής εργασίας, της ασφάλειας, της δημιουργίας οικογένειας είναι πλέον για την πλειονότητα των νέων απόμακρες και πιθανά απραγματοποίητες. Ταυτόχρονα, βλέπουμε τους εργοδότες μας στον ιδιωτικό τομέα να συλλαμβάνονται για χρέη στο Δημόσιο. Πολλούς στο Δημόσιο να συνεχίζουν ατάραχοι τον καταστροφικό τους λήθαργο ή να εμποδίζουν τους λίγους ευσυνείδητους να κάνουν το καθήκον τους. Την ίδια στιγμή ακούμε συνομήλικούς μας να φωνάζουν να «καεί η Βουλή» ή να υιοθετούν εύκολα συνθήματα της γενιάς του Πολυτεχνείου, να υψώνουν τείχη σε αλλαγές, για τις οποίες θα έπρεπε να είμαστε μπροστάρηδες, να ενδίδουν καθημερινά σε έναν ξεπερασμένο από τις εξελίξεις ιδεολογικό αγώνα, που νομιμοποιεί την ανομία και μας γυρίζει πίσω, όταν το ζητούμενο είναι η φυγή προς τα εμπρός. Τελικά, να κοινωνούν έναν διογκούμενο δηλητηριώδη λαϊκισμό που περιθωριοποιεί την κοινή λογική, την ψυχραιμία, τον τεκμηριωμένο λόγο, το σχεδιασμό, τη συνεργασία, την πολιτική πράξη. Είναι αναμενόμενο. Σε αυτό το περιβάλλον ζούμε. Αυτά είναι τα πρότυπα και οι πρακτικές που κληροδοτούν οι προηγούμενες γενιές στη δική μας. Σαφέστατα, δεν έχουμε τεκμήριο αθωότητας. Όμως αποποιούμαστε αυτήν την αχρείαστη κληρονομιά.



β. Η κρίση έχει ταυτότητα



Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις για το πως φτάσαμε ως εδώ. Δεν ζούσαμε στον επίγειο παράδεισο ούτε βρισκόμαστε στο περιθώριο. Η κρίση βρήκε τη χώρα ανοχύρωτη και απροετοίμαστη σε επίπεδο εξουσίας, οικονομίας, κοινωνικών δομών και κυρίως νοοτροπίας. Λίγοι μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν με ειλικρίνεια την είσοδό μας σε μια σκληρή πραγματικότητα. Και ακόμα λιγότεροι μπόρεσαν να ακούσουν, αφού οι φωνές του λαϊκισμού και της αντίδρασης ήταν πολλές και έβρισκαν εξίσου πολλούς πρόθυμους αναμεταδότες. Όπως συμβαίνει κάθε φορά που το μαχαίρι μπαίνει στο κόκκαλο και απειλούνται τα βολικά προνόμια εντός και δορυφορικά του κράτους.

Τα άκρα απειλούν να ορίσουν το δημόσιο διάλογο. Ο κρατισμός ονομάζεται κοινωνική ευαισθησία. Η διάλυση της πόλης που ζούμε ονομάζεται δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Ο αποκλεισμός δημοσίων υπηρεσιών θεωρείται «αντίσταση στην εξουσία». Θεσμικοί παίκτες υπερασπίζονται τη μη εφαρμογή νόμων και την αναπαραγωγή ενός συστήματος δικαιοσύνης, που πλέον δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας μας. Η ανομία και η ατιμωρησία ονομάζονται «νομική παράδοση» στο θέατρο των δήθεν υπερασπιστών της συνταγματικής νομιμότητας. Οι ανορθολογικές και οι αντιευρωπαϊκές φωνές πληθαίνουν.

Βλέπουμε καθαρά τα διαχρονικά ελλείμματα της πολιτικής όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Βλέπουμε καθαρά τη μυωπική στάση της σημερινής ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα εγχώρια λάθη της τελευταίας κρίσιμης διετίας: στην απουσία σύνδεσης ύφεσης και στόχων, στο αναπτυξιακό έλλειμμα, στις οριζόντιες και άδικες περικοπές εισοδημάτων, στην ανικανότητα του πολιτικού προσωπικού να εφαρμόσει τις διαρθρωτικές αλλαγές γρήγορα και αποτελεσματικά. Και προκαλεί τη λογική και τη μνήμη μας η υποκρισία μερικών αποτυχημένων διαχειριστών του μνημονίου που σήμερα το λοιδωρούν και το δαιμονοποιούν.



γ. Νέες συλλογικότητες χωρίς ψευδαισθήσεις



Ας μην ξεχνάμε ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι μεγάλες αλλαγές απαιτούν κοινωνικές συμμαχίες και ηγέτες. Σήμερα οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε νέες πολιτικές δυνάμεις που δεν ωραιοποιούν, δεν κρύβονται, δεν στρογγυλεύουν, αλλά υπερβαίνουν την παλαιά πολιτική και τα κόμματά της. Τώρα όσο ποτέ ένα μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς νιώθει την ανάγκη να πάρει το λόγο και να εκτονώσει δημιουργικά την αντίθεσή του απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Είναι μια αρχή μιας νέας συλλογικότητας που θα μας οδηγήσει σύντομα σε μια νέα κοινωνική και πολιτική οργάνωση. Η συζήτηση είναι πλέον ανοιχτή και τα τείχη έχουν πέσει. Όσοι περισσότεροι έλθουμε κοντά γιατί μας ενώνει το εφικτό, όσοι περισσότεροι βλέπουμε ευκαιρίες να δημιουργήσουμε, όσοι περισσότεροι απαντάμε πειστικά απέναντι στο οργανωμένο μπλοκ της άρνησης, της μετριοκρατίας και της απομόνωσης, τόσο αυξάνουμε την πιθανότητα να έλθουν στο φως και να ενεργοποιηθούν άξιοι πολίτες.



δ. Η παραμονή στην Ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτη. Άμεσες ενέργειες.



Δε διανοούμαστε μια Ελλάδα αφημένη κυριολεκτικά στις εμπνεύσεις και ορέξεις των σημερινών πολιτικών πρωταγωνιστών του μεταπολιτευτικού δράματος. Η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη είναι αδιαπραγμάτευτη. Η διεθνής απομόνωση, η φτώχεια, η στασιμότητα και η ανασφάλεια που αυτή θα επιφέρει είναι απευκτέες. Η μάχη πρέπει να δοθεί και θα δοθεί μέσα στην Ευρώπη. Ο δρόμος είναι ένας: δουλειά, δημιουργία, ευθύνη, φαντασία, κοινή λογική, έλεγχος, διαφάνεια, λογοδοσία, δημοκρατία, συμμετοχή, ποιότητα, ουσία.

Σήμερα, προέχει να ψηφισθεί και να υλοποιηθεί η νέα δανειακή σύμβαση. Δεν υποστηρίζουμε ότι το νέο Μνημόνιο είναι πανάκεια για τη χώρα. Περιέχει μέτρα που μας βρίσκουν αντίθετους, όπως για παράδειγμα η μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Περιέχει όμως και ευεργετικές διατάξεις για αλλαγές στο κράτος, τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης. Ας είμαστε ρεαλιστές. Η νέα σύμβαση μπορεί να αποτελέσει την τελευταία πράξη μιας περιόδου ανασφάλειας και αβεβαιότητας και την απαρχή μιας νέας δύσκολης προσπάθειας, χωρίς όμως ψευδαισθήσεις. Μιας περιόδου αυτογνωσίας, αυτοκριτικής και σκληρής δουλειάς. Μέσα στους επόμενους μήνες, προέχει να κερδίσει η χώρα μας την εμπιστοσύνη των εταίρων της, των διεθνών οργανισμών και των Ευρωπαίων φορολογουμένων που μας δανείζουν.

Αυτό είναι εφικτό με την αναγκαία παράταση ζωής στη σημερινή κυβέρνηση και τη στήριξή της από τα κόμματα χωρίς τυχοδιωκτισμούς, ώστε να υλοποιηθούν οι βασικές μεταρρυθμίσεις πριν από τις εκλογές και να εμπεδωθεί από όλους ότι στο εξής η συνεργασία είναι μονόδρομος. Είναι εφικτό – τώρα και στη συνέχεια - με την άμεση και αποφασιστική προώθηση αλλαγών που «χτυπούν» την κομματοκρατία στον πυρήνα της, δηλαδή ένα νέο αναλογικότερο εκλογικό σύστημα με κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών, ένα νέο πλαίσιο για τη χρηματοδότηση των κομμάτων και την αποφασιστική μεταρρύθμιση των δομών και της λειτουργίας του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα, ώστε να έλθουν γρήγορα δίκαια αποτελέσματα στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του ανοίγματος τομέων της οικονομίας και στην απονομή της δικαιοσύνης.

Με την παρέμβασή μας κάνουμε μια αρχή. Φιλοδοξούμε να καταθέτουμε τις προτάσεις μας, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας πολιτικής κοινότητας που αγκαλιάζει τη δυναμική Ελλάδα. Αυτήν που γνωρίζει τι σημαίνει «παράγω», «δημιουργώ», «μορφώνομαι», «αγωνιώ», «αναζητώ», «σέβομαι», «συμμετέχω», «προσφέρω». Αυτήν που μπαίνει μπροστά για να πάμε μπροστά στα δύσκολα. Χρειαζόμαστε μια ανάσα ελπίδας, εμπιστοσύνη και ουσιαστική επικοινωνία. Μπορούμε να τα κερδίσουμε.



Υπογράφοντες

Κωνσταντίνος Αλεξάκος – Αρχιτέκτονας

Θανάσης Αργυρόπουλος – Πολιτικός Επιστήμονας

Κωνσταντίνος Βαφειάδης - Δρ. Χημικός Μηχανικός

Παναγιώτης Βλάχος – Υπ. Δρ. Πολιτικής Επιστήμης/Σύμβουλος Πολιτικής

Βαγγέλης Βλάχος – Μηχανικός Υπογείων Έργων, MSc

Θανάσης Γκούγκλας - Πολιτικός Επιστήμονας/Μέλος G700

Ανδρέας Κανελλάκης – Ειδικος Διαπραγματευτης Β' Παραγωγων ΧΠΑ

Μάριος Θεμιστοκλέους – Γιατρός

Ξένια Καπόρη – Οικονομολόγος

Μαρία Καρακλιούμη - Πολιτική Αναλύτρια/Αντιπεριφερειάρχης Αττικής

Βασίλης Κ. Καραμητσάνης – Δικηγόρος

Νίκος Κασκαβέλης – Δικηγόρος

Θανάσης Κοντογεώργης – Δικηγόρος

Χριστίνα Κόκοτα – Πιανίστρια Εθνικού Ωδείου

Μιχάλης Λούπης – Δημοσιογράφος

Νίκος Μαντζούφας - Πολιτικός Μηχανικός/Ειδικός Γραμματέας Συμπράξεων Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα

Αντώνης Μαρκόπουλος - Δρ. Ηλ. Μηχανικος/Ειδικός Γραμματέας Ψηφιακού Σχεδιασμού

Δήμητρα Μαυράκη – Περιβαλλοντολόγος, MSc

Ρόζα Μόνου – Σύμβουλος Επικοινωνίας

Ευάγγελος Ντηνιακός – Δικηγόρος

Αντώνης Οικονόμου - Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός

Κωνσταντίνος Πλατίτσας – Δικηγόρος

Λαμπρινή Ρόρη – Υπ. Δρ. Πολιτικής Επιστήμης, Université Paris I, Sorbonne

Άκης Σκέρτσος - Σύμβουλος Πολιτικής Επικοινωνίας

Μιχάλης Στάγκος – Επιχειρηματίας

Τάσος Συκάκης – Διεθνολόγος/Σύμβουλος Επικοινωνίας

Στράτος Τάκης – Πολιτικός Επιστήμονας

Αλέξανδρος Χατζόπουλος – Δικηγόρος

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Πλεύση με νέο πλήρωμα

Πλεύση με νέο πλήρωμα.

* Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικο Μεταρρύθμιση, τεύχος Μαϊου


Η ζωή μας φαίνεται να αλλάζει. Η οικονομική κρίση θέτει πλέον ερωτήματα επιβίωσης για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας . Κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος από την ένταση της κρίσης. Θα χρειαστεί να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητες και τις ανάγκες μας. Ήδη, ζούμε με αγωνία το παρόν και κοιτάζουμε με απορία και απαισιοδοξία το μέλλον. Είναι μια ανθρώπινη, όμοια για τους περισσότερους αντίδραση, απόρροια των καταιγιστικών εξελίξεων που λίγοι ανέμεναν και λιγότεροι είχαν προειδοποιήσει για αυτές. Προτιμήσαμε, όμως, να μην ακούσουμε τις νηφάλιες φωνές και μένει τώρα να ελπίζουμε ότι οι ατομικές ευθύνες και τα συλλογικά λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον.

Όλα φαίνεται να αλλάζουν. Το αύριο προδιαγράφεται απαιτητικό. Θα χρειαστεί συνέπεια, επιμονή και ακεραιότητα. Με αυτές τις αρετές πρέπει να οπλιστεί γρήγορα και η κυβέρνηση. Στις νέες συνθήκες πρώτη αυτή πρέπει να ανταποκριθεί και να προσαρμοσθεί. Η κινητικότητα και η εντατική δουλειά στην αντιμετώπιση της κρίσης είναι στοιχεία που πρέπει να διατηρήσει και για τη συνέχεια.. Η αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας και των αποτελεσμάτων που παρήγε ανήκει στον ιστορικό του μέλλοντος, ο οποίος απερίσπαστος από την ένταση των γεγονότων και των εξελίξεων θα καταγράψει τα όσα έγιναν. Ο Πρωθυπουργός, όμως, οφείλει να προχωρήσει στη δική του αξιολόγηση και αφού προσδιορίσει και αναλύσει τη νέα πραγματική κατάσταση, να λάβει αποφάσεις για το πώς θα προχωρήσει, σε ποια κατεύθυνση και με ποιους. Η επιλογή των προσώπων που θα κληθούν να βοηθήσουν την χώρα να ανακτήσει τη χαμένη της εθνική αυτοπεποίθηση είναι κρίσιμη. Οι καιροί είναι αυτοί που επιβάλλουν και τα πρόσωπα.

Οι συνθήκες απαιτούν πείρα. Πρόσωπα του πολιτικού βίου της χώρας, τα οποία έχουν διαχειριστεί επιτυχώς τα δημόσια πράγματα και έχουν αποδεδειγμένη γνώση των οικονομικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας, δεν μπορεί να μένουν στο περιθώριο. Έστω και αν κάποια, πολιτική ή επικοινωνιακή αναγκαιότητα έχει επιβάλει την περιθωριοποίησή τους, δεν βρίσκω μεγαλύτερη πολιτική αναγκαιότητα από τη διάσωση της χώρας. Δεν είναι σκοπός αυτού του άρθρου να επιμερίσει ευθύνες του παρελθόντος. Θεωρώ , όμως, ότι η πολιτική ηγεσία και έτι περισσότερο η κοινωνία έχει την ωριμότητα, τη νηφαλιότητα και τη μνήμη να ξεχωρίσει ποιοι πέτυχαν και ποιοι απέτυχαν. Ποιοι φρόντισαν για το κοινό μας μέλλον και ποιοι αδιαφόρησαν. Ποιοι είχαν το δημιουργικό άγχος να αλλάξει η πατρίδα μας και ποιοι την αγωνία για την προσωπική τους ευημερία. Και αν η μνήμη είναι ασθενής πάντα θα υπάρχουν πρόσωπα , γραπτά και αδιάσειστα στοιχεία να μας τα υπενθυμίζουν.

Οι συνθήκες απαιτούν προσωπικές υπερβάσεις. Η χωρίς δισταγμό αποδοχή και αναγνώριση λαθών στην επιλογή προσώπων και η άμεση αντικατάστασή τους προσθέτει κύρος, αξιοπιστία και μέρισμα αποδοχής στην κοινωνία. Η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος έχει δοκιμασμένα στη δημόσια διοίκηση πρόσωπα, ικανά να εργαστούν αποτελεσματικά με εντατικούς ρυθμούς. Ο πρωθυπουργός τα γνωρίζει. Ας τα αξιοποιήσει. Διαχωριστικές λογικές του παρελθόντος δεν επιτρέπει η συγκυρία.

Οι συνθήκες απαιτούν συνέπεια , επιμονή και ακεραιότητα. Οι δεσμεύσεις, τις οποίες θα αναλάβουμε απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είναι επιτακτική ανάγκη να τηρηθούν απαρεγκλίτως. Παλινωδίες και αναβλητικότητα στη λήψη αποφάσεων θα οδηγήσουν σε πλήρη αποτυχία την προσπάθεια. Το πολιτικό κόστος των οικονομικών μέτρων σίγουρα θα είναι μεγάλο. Το κόστος που θα καταβάλει η ελληνική κοινωνία είναι δυσβάστακτο και λυπηρό. Δεν θα συγκρίνεται, όμως, με το κόστος που θα κληθεί να καταβάλλει, αν αποτύχει η προσπάθεια. Εάν με την πρώτη αχτίδα φωτός , φέρουμε και πάλι από την «πίσω πόρτα» τις πελατειακές σχέσεις, υστερήσεις, παθογένειες και κατεστημένες νοοτροπίες που τελμάτωσαν τη χώρα, τότε η Ελλάδα δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακάμψει. . Η ελπίδα και η αισιοδοξία θα επιστρέψουν όχι αν τις χρησιμοποιούμε ως έννοιες σε ρητορικά σχήματα, όπως δυστυχώς έγινε προεκλογικά, αλλά εάν δουλέψουμε συλλογικά σε αυτά που οφείλουμε να κάνουμε αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος. Σήμερα, έχουμε περισσότερο ανάγκη να ακούσουμε και να πιστέψουμε σε μια ρεαλιστική πολιτική πρόταση που θα διασφαλίσει το παρόν και το μέλλον της χώρας. Και για να την πιστέψουμε χρειάζεται να την πιστέψουν και εκείνοι που θα την σχεδιάσουν και θα την υλοποιήσουν.

Οι συνθήκες απαιτούν προσωπικότητες. Ακούγονται καθημερινά πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ευρείας αποδοχής, τα οποία θα μπορούσαν, εφόσον προσκαλούνταν προς τούτο, να συνδράμουν την προσπάθεια της κυβέρνησης. Είμαι σίγουρος, ότι αρκετοί εξ αυτών το σκέφτονται ή και θα το επιθυμούσαν. Η μόνη ίσως, αναστολή τους είναι η βιωσιμότητα της παρουσίας τους. Χρειάζεται να ξέρουν ότι εφόσον προσκληθούν θα μπορούν απερίσπαστοι από σκοπιμότητες και υστεροβουλίες και με την πολιτική κάλυψη του πρωθυπουργού και της ηγεσίας να κάνουν τη δουλειά τους και να φανούν χρήσιμοι στη χώρα. Χρειάζεται να πιστέψουν ότι δεν θα αποτελέσουν τα εξιλαστήρια θύματα μιας πολιτικής που μπορεί και να αποτύχει γιατί οι συνθήκες δεν είναι ομαλές. Χρειάζεται να δουν από την πλευρά του πρωθυπουργού πολιτικές επιλογές με τις οποίες θα πειστούν, ότι θα εξασφαλιστούν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να δουλέψουν με επιτυχία.

Είναι καιρός να σχηματιστεί μια «συμμαχία προθύμων». Είναι ευθύνη του πρωθυπουργού να αναλάβει την πρωτοβουλία.

Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, υπ. Διδάκτωρ

http://thanasiskontogeorgis.blogspot.com/

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Για μια κοινή ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μεταρρύθμιση


Για μια κοινή ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση.

H οικονομική κρίση στην Ελλάδα κατέδειξε ότι οι υπάρχοντες μηχανισμοί συνεννόησης και συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επαρκούν. Η διαχείριση της κρίσης από την ΕΕ και τα πενιχρά αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες, επιβεβαίωσαν όλους εκείνους που από καιρό επιχειρηματολογούσαν για την αναγκαιότητα αναβάθμισης του σκέλος της Οικονομικής Ένωσης στην ΟΝΕ, ουσιαστικά για μια οικονομική διακυβέρνηση. Πώς όμως μπορούμε να φτάσουμε σε μια πραγματική οικονομική διακυβέρνηση;. Οι αλλαγές που πρέπει να προωθηθούν είναι θεσμικές και οικονομικές. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθώ κυρίως στις τελευταίες.

Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής για τη δημιουργία μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας αποτέλεσε μια πρώτη δειλή απόπειρα για το συντονισμό των χωρών μελών στην κατεύθυνση της αποφυγής κρίσεων. Η ένταξη του ΔΝΤ στο μηχανισμό αυτό αποτελεί αρνητική εξέλιξη και για την Ευρώπη και για τη χώρα μας, πολλώ δε μάλλον που η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που θα αποτανθεί στο ΔΝΤ. Στην «ηθική αδιαφορία» της Ελλάδας που ειδικά τα τελευταία χρόνια δανείζεται αλόγιστα , οι εταίροι προέκριναν μια λύση που θα έχει κάποιες επιπτώσεις και στη χώρα μας και στο ευρώ.

Προκειμένου να προχωρήσει η οικονομική διακυβέρνηση, αλλαγές θα πρέπει να γίνουν σε τρεις άξονες: α) στην υιοθέτηση μιας νέας Ατζέντας Διαρθρωτικών Αλλαγών, β) στην Αλλαγή των προτεραιοτήτων του Κοινοτικού Προϋπολογισμού και γ) στη Μακροοικονομική διαχείριση.

Α. Ατζέντα Διαρθρωτικών Αλλαγών .


Η ΕΕ. προώθησε κυρίως από το 2000 και εντεύθεν μεταρρυθμιστικές πολιτικές στην αγορά εργασίας, τις δημόσιες επενδύσεις, τις κοινωνικές παροχές κοκ, με σκοπό να ενισχυθεί ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας των κεντρικών επιλογών. Η στρατηγική της Λισαβόνας εντάχθηκε σε ένα γενικότερο πλαίσιο προοδευτικής πολιτικής. Και οι δύο αυτές, όμως, θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές βάλτωσαν. H κοινωνική Ευρώπη παρέμεινε εν πολλοίς ένα ρητορικό κατασκεύασμα. Ο διάλογος πολώθηκε μεταξύ εκείνων που ερμήνευαν ο,τιδήποτε ‘’κοινωνικό΄΄ ως επιβολή βαρών στις επιχειρήσεις και εκείνων που επιχειρηματολογούσαν υπέρ μιας παραδοσιακής ατζέντας επικεντρωμένης στη ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Καμία οικονομική διακυβέρνηση δεν μπορεί να προχωρήσει εάν δεν υπάρξει επανεκκίνηση των πολιτικών αυτών.

Πολλές αλλαγές κατά το παρελθόν προωθήθηκαν προκειμένου να κινητροδοτηθούν επιχειρηματίες να επενδύσουν στην Ευρώπη. Δεν υπήρξε , όμως, ανάλογο ενδιαφέρον για την αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στη συνολική αποδοτικότητα της επιχείρησης. Θα μπορούσε επομένως, να επανεξετασθεί ο ρόλος των εργατικών συμβουλίων και η συνολικότερη εκπροσώπηση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι σημαντικό μερίδιο στην αύξηση της παραγωγικότητας που γνώρισε η ΕΕ τουλάχιστον μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης, οφείλεται στη δευτερογενή αγορά εργασίας όπου το εργασιακό περιβάλλον ήταν αρκετά ευέλικτο και η προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων χαλαρή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνθήκες ευελιξφάλειας πρέπει να αποτελέσουν τον κανόνα. Χρειάζεται, όμως , να λάβουμε υπόψη μας ότι καθίσταται σήμερα ακόμα πιο προνομιακή η θέση όσων βρίσκονται στον εσωτερικό πυρήνα της αγοράς εργασίας ενώ η οικονομική κρίση θα γεννήσει μια κοινωνική κρίση που θα επιταθεί σημαντικά εάν δεν υπάρξουν πρόνοιες για τη μερική έστω απασχόληση ανέργων.

Ακόμα και σε περιόδους ύφεσης είναι δυνατόν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίες σε διάφορους τομείς. Ενέργεια και περιβάλλον, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, αστικές αναπλάσεις, έξυπνη οικονομία και διάδοση ευρυζωνικών δικτύων, είναι ενδεικτικά τομείς της οικονομίας που μπορούν να γεννήσουν νέες δεξιότητες και νέες δουλειές. Οι οικονομικοί αυτοί χώροι προσφέρονται και για περιφερειακές συνεργασίες στα πλαίσια της ΕΕ. Η κοινωνία της γνώσης, διακεκηρυγμένος στόχος της Στρατηγικής της Λισαβόνας, πρέπει να παραμείνει στόχος της ΕΕ, να δοθεί βάρος στην έρευνα, στην τεχνολογία και στην εκπαίδευση και να καλυφθεί η απόσταση που μας χωρίζει με τις ΗΠΑ.

Επιπροσθέτως, η ΕΕ οφείλει να αναδιατάξει τα Ταμεία της , ακόμα και ιδρύοντας νέα, προκειμένου α) να ενισχυθούν οι επενδύσεις ιδιωτικών και εθνικών πόρων στον τεχνολογικό και βιομηχανικό τομέα, β) να χρηματοδοτηθούν αναπτυξιακές πολιτικές σε χαμηλές εισοδηματικά περιοχές αυξάνοντας παράλληλα την παραγωγικότητα σε περιφερειακό επίπεδο και γ) να ενισχύσει εκείνους που υποφέρουν από τις συνέπειες των κοινωνικών αλλαγών.

Β. Κοινοτικός Προϋπολογισμός

Οι παραπάνω διαρθωτικές αλλαγές δεν μπορούν να προχωρήσουν αν δεν γίνει επαναδιαπραγμάτευση και επαναχάραξη των κεντρικών πολιτικών αξόνων του κοινοτικού προϋπολογισμού.

Πάνω από το 70% των πόρων κατευθύνονται στην ΚΑΠ και στα Διαρθρωτικά Ταμεία παρά την ανάδυση νέων προτεραιοτήτων, όπως η κλιματική αλλαγή και η αδήριτη πλέον ανάγκη να στηρίξουμε οικονομικές πολιτικές που εξαρτώνται όλο και λιγότερο από τον άνθρακα. Οι δαπάνες για έρευνα και τεχνολογία, η προστασία και ο έλεγχος των συνόρων της ΕΕ, η «πράσινη ανάπτυξη» και η αξιοποίηση των περιφερειακών συνεργασιών για αναδιανεμητικούς λόγους, είναι πολιτικές που πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τον κοινοτικό προϋπολογισμό σε τέτοιο βαθμό που να υπηρετείται ο στόχος της βελτίωσης των συνθηκών ζωής των Ευρωπαίων πολιτών και η σύγκλιση μεταξύ των χωρών σε ένα αμοιβαίο καθεστώς αλληλεγγύης και συνευθύνης.

Πώς , όμως , σε περίοδο κρίσης η ΕΕ θα βρει τους αναγκαίους πόρους για να χρηματοδοτήσει αυτές τις πολιτικές, μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού;

Περίπου το 90% του προϋπολογισμού προέρχεται από εθνικούς πόρους. Τα κράτη μέλη, όμως, στην περίπτωση των συλλογικών αγαθών, όπως αυτά περιγράφηκαν πιο πάνω, προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν τη συνεισφορά τους. Είναι καιρός να εξετάσουμε κατά πόσο πλέον οι ευρωπαϊκές δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτούνται από κοινούς ευρωπαϊκούς φόρους, κυρίως στις επιχειρήσεις, περιορίζοντας φαινόμενα φορολογικού ανταγωνισμού και βάζοντας, ίσως έτσι, τέλος σε φορολογικούς παραδείσους.

Η θέσπιση ενός ευρωπαϊκού φόρου πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα από μια δημοκρατική νομιμοποίηση, δηλαδή ύστερα από πρόταση της Επιτροπής να εγκρίνεται από κοινού από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Παράλληλα, όμως , θα πρέπει να επανεξετασθεί το δικαίωμα αρνησικυρίας στην κατάρτιση του προϋπολογισμού.

Γ.Μακροοικονομικές πολιτικές

Η κρίση μας απέδειξε ότι χωρίς ενιαία μακροοικονομική διαχείριση είναι σχεδόν αδύνατη η προώθηση μιας οικονομικής διακυβέρνησης, ειδικά σε ένα ασύμμετρο σύστημα, όπως αυτό της ΕΕ, όπου η νομισματική πολιτική ασκείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ η μακροοικονομική, δημοσιονομική, η πολιτική εποπτείας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας είναι στη δικαιοδοσία των κρατών-μελών. Αν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης είχε εφαρμοστεί σωστά τα πραγματικά ελλείμματα θα είχαν φτάσει στο 0%. Η πρόκληση είναι να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη κρατώντας χαμηλά τα επιτόκια

Η ΕΕ χρειάζεται μια ενιαία εποπτική αρχή που θα προστατεύει καταθέτες και συναλλασσόμενους και θα πρέπει να εξετάσει τη χρήση του ευρώ ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος, όπως είναι το δολάριο σήμερα.

Επίσης, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να γίνει πιο συνεκτική στο σύνολο της και συνάμα πιο ευέλικτη για να αντιμετωπίζει ισχυρές αναταράξεις που επηρεάζουν κάποια χώρα. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται πρέπει να δεσμεύουν όλες και οι όποιες παρεκκλίσεις να μην θέτουν σε κίνδυνο το οικοδόμημα του ευρώ. Είναι απαραίτητη η υιοθέτηση ενός νέου δεσμευτικού κειμένου.

Μια σύγχρονη και αποτελεσματική κοινή ευρωπαϊκή οικονομία δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά χωρίς ένα αξιόπιστο και σταθερό νόμισμα. Η ανεξαρτησία της ΕΚΤ δεν πρέπει να αμφισβητηθεί. Η εισοδηματική πολιτική είναι σημαντικός πυλώνας της μακροοοικονομικής διαχείρισης. Και αν οι κοινές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ( και οι διαπραγματεύσεις αυτών) φαντάζει μακρινός στόχος, ρεαλιστική είναι η προσέγγιση για κοινή συμφωνία επί αυξήσεων στα όρια του πληθωρισμού που να συγκλίνουν στο μέσο όρο.

Ακόμα πιο μακρινός μπορεί να φαίνεται σήμερα ο στόχος της υιοθέτησης ενός συνολικού αθροιστικού στόχου για το έλλειμμα στη ζώνη του ευρώ, που θα προϋπέθετε υποβολή προϋπολογισμών για κάθε δημόσια αρχή στην ΕΕ ( από δήμους και περιφέρεις μέχρι εθνικές κυβερνήσεις και τον ίδιο τον κοινοτικό προϋπολογισμό) καθώς και τη δημιουργία μεταφερόμενων δανειστικών αναλογικών μονάδων ( quota) για κάθε χώρα, πέραν των οποίων δεν θα μπορούσε να δανειστεί η χώρα εκτός αν της παραχωρούσε μέρος του μεριδίου της κάποια άλλη. Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να εξεταστεί η έκδοση ευρωομολόγου, που συνεπάγεται προφανώς κεντρική από την ΕΕ διαχείριση χρέους των χωρών μελών.

Πιθανώς, οι παραπάνω σκέψεις να φαντάζουν, ειδικά σήμερα, μακρινές ή και ουτοπικές. Η οικονομική διακυβέρνηση, όμως πολύ δύσκολα θα μετουσιωθεί σε πράξη αν όσοι την οραματίζονται απλά παρακολουθήσουν τις εξελίξεις και τους εθνικιστικούς εγωισμούς που αναπτύσσονται και δεν σπείρουν το ευρωπαϊκό έδαφος με ιδέες, για τις οποίες προτίθενται να συζητήσουν και να παλέψουν.



O Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος, υπ. Διδάκτωρ.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Για μια δίκαιη και αποδοτική Δημόσια Διοίκηση

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μεταρρύθμιση

Η οικονομική κρίση στη χώρα μας, η οποία επιτείνεται από τα εξαιρετικώς αρνητικά δημοσιονομικά δεδομένα, επανεκκινεί το δημόσιο διάλογο για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές και επισπεύδει την ανάληψη αντίστοιχων πολιτικών πρωτοβουλιών.

Ο υπέρογκος και αναποτελεσματικός ελληνικός δημόσιος τομέας αντιμετωπίζεται -όχι άδικα- ως η πηγή πολλών εκ των δυσθεώρητων προβλημάτων που καλούμαστε να διαχειριστούμε. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να αναδείξει τα γενεσιουργά αίτια της σημερινής κατάστασης και να συμβάλλει με προτάσεις στο δημόσιο διάλογο που έχει αρχίσει για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης.

Η προβληματική δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα, παρουσιάζει εξαιρετικές ομοιότητες με την αντίστοιχη των χωρών της Νότιας Ευρώπης, ειδικά στο επίπεδο της εσωτερικής οργάνωσης, της πρόσληψης προσωπικού και του μάνατζμεντ. Το πελατειακό κράτος στην Ελλάδα διαιωνίζεται από μια κομματικοκρατική δημόσια διοίκηση, συχνά υπερφορτωμένη ενόψει των πραγματικών αναγκών, δυσκίνητη και ουσιαστικά αντιπαραγωγική. Θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς ότι η λογική της πλειοδοσίας του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα, διαπιστώνεται και στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης, με νομιμοφανείς (και όχι απαραίτητα νόμιμες), περιστασιακές, πελατειακού χαρακτήρα προσλήψεις, που αποδυναμώνουν τόσο τα δημόσια οικονομικά, όσο και την αποδοτικότητα των κρατικών υπηρεσιών. Η λογοδοσία, η αποδοτικότητα, η διαφάνεια, η ποιότητα της υπηρεσίας, η έλλειψη συγκεντρωτισμού, αποτελούν για την πλειονότητα των οργανισμών δημόσιας διοίκησης κενό γράμμα. Ο ρουσφετολογικός ανταγωνισμός μετέτρεψε τη δημόσια διοίκηση σε γίγαντα, απορροφώντας εργατικό δυναμικό δυσανάλογο των αναγκών της.

Ο ρουσφετολογικός ανταγωνισμός μετέτρεψε τη δημόσια διοίκηση σε γίγαντα, απορροφώντας εργατικό δυναμικό δυσανάλογο των αναγκών της, δημιουργώντας συντεχνίες οι οποίες με τη σειρά τους, κατέστησαν δυσεφάρμοστες τις απόπειρες εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού των υπηρεσιών της. Άλλη μια αρνητική πτυχή της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αφορά στην προσοδοθηρική πρακτική συντεχνιών και οργανωμένων μειοψηφιών που νέμονται προνόμια και απολαβές, δυσανάλογα της ποιότητας και του επιπέδου υπηρεσιών που παρέχουν. Η τελευταία συνέπεια, εξηγεί το υψηλό επίπεδο απαξίωσης των δημόσιων υπηρεσιών στη συνείδηση των πολιτών. Μια ιδιαιτέρως σοβαρή συνέπεια της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, είναι η μεροληπτική διανεμητική της λειτουργία, και μάλιστα υπέρ των συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων. Για παράδειγμα, ο φερόμενος ως «κρατικοδίαιτος καπιταλισμός» μέσω των επιδοτήσεων και των φορολογικών διευκολύνσεων, ευνοεί τις επιχειρήσεις που διατηρούν στενούς δεσμούς με την κρατική χρηματοδότηση, ή τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες. Επίσης, αρκετές από αυτές έχουν δημιουργήσει συνθήκες αδιαφανούς διαχείρισης δημόσιου χρήματος. Έχοντας αυτονομηθεί από την κομματική χειραγώγηση, οι ομάδες αυτές λειτουργούν παρασιτικά, εις βάρος των μη-οργανωμένων πολιτών, καταναλωτών και φορολογουμένων. Η συνέπεια είναι αυτονόητη: η στρέβλωση της αγοράς και τα μονοπώλια, η ουσιαστική «ιδιωτικοποίηση» των κρατικών λειτουργιών που οδηγούν με ακρίβεια στο παράδοξο της υπονόμευσης των δημοσίων αγαθών από την ίδια τη δημόσια διοίκηση!

Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει ήδη λάβει σημαντικές αποφάσεις για την εξυγίανση του δημόσιου τομέα. Η επιλογή κρατικών στελεχών με τη διαδικασία της υποβολής βιογραφικών, η ανοιχτή διαβούλευση για τα προτεινόμενα νομοσχέδια, ο νέος νόμος για τις προσλήψεις, η προώθηση του σχεδίου « Καλλικράτης» για την αλλαγή του αυτοδιοικητικού χάρτη της χώρας και η συγκρότηση ειδικής επιτροπής για ένα νέο εκλογικό νόμο, αποτελούν κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση.
chess-greece.jpg


Μια ουσιαστική και σε βάθος χρόνου διοικητική μεταρρύθμιση, η οποία θα ενσωματώνει τόσο μεθόδους και καλές πρακτικές του νέου δημοσίου μάνατζμεντ, όσο και την ανεξαρτησία διοικητικών αρχών αξιολόγησης του συστήματος, θα μπορούσε να εξετάσει και ζητήματα όπως:

 Εισαγωγή της δημόσιας αγοράς στον κρατικό τομέα (έλεγχος, αξιολόγηση, ανταγωνισμός, λογοδοσία) με ενίσχυση των νέων τεχνολογιών και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης σε κάθε τομέα δημόσιας διοίκησης. Άμεσες κινήσεις για την εμπέδωση της διαφάνειας και τη μείωση του κόστους, μπορούν να γίνουν με τη δημιουργία ενός ηλεκτρονικού συστήματος κρατικών προμηθειών, την προώθηση ψηφιακής καρτέλας ασθενούς και την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, μια ενιαία κάρτα πολίτη για τη συναλλαγή του με τις δημόσιες υπηρεσίες, κ.ο.κ.

 Αξιακή εμπέδωση της αξιοκρατίας, του δημόσιου συμφέροντος, της διαφάνειας, της αξιολόγησης, του ανταγωνισμού, της λογοδοσίας εντός των κομμάτων ειδικά, στην περίπτωση προώθησης ενός νέου εκλογικού νόμου στα πρότυπα του γερμανικού μοντέλου, με την παράλληλη επανεξέταση του θεσμικού πλαισίου της χρηματοδότησης των κομμάτων

 Κατοχύρωση ενός διακομματικού Κώδικα Διακυβέρνησης και Χρηστής Διοίκησης, προκειμένου και η συνέχεια του κράτους να διασφαλίζεται και ένα νέο ήθος δημόσιας διοίκησης να εμπεδώνεται.

 Δημιουργία Ανώτατης Αρχής Ελέγχου, Διαφάνειας και Αποδοτικότητας της Δημόσιας Διοίκησης, η οποία θα ελέγχει κάθε Υπουργείο και θα αξιολογεί την οικονομική διαχείριση, την αποδοτικότητα και την παραγωγικότητα των τομέων ευθύνης με όρους δημοσιότητας. Παράλληλα, μπορεί να εξεταστεί και η δημιουργία Ανεξάρτητης Αρχής για την Κατασκευή των Δημοσίων Έργων.

 Απελευθέρωση αγορών προϊόντων και επαγγελμάτων ώστε να καταργηθούν τα καρτέλ και τα μονοπώλια, η αυξημένη προσοδοθηρία εις βάρος των μη- οργανωμένων πολιτών.

 Στρατηγική και συγκεκριμένη εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Κοινωνία των Πολιτών, π.χ. σε τομείς κοινωνικής εργασίας, συνεπικουρούμενη από προαιρετική συμβουλευτική υπηρεσία του κάθε υπουργείου.

 Ενθάρρυνση και ενίσχυση ανεξάρτητων ερευνητικών ινστιτούτων καθώς και η δημιουργία μιας ανώτατης σχολής, κατά τα πρότυπα αυτής της Δημόσιας Διοίκησης, η οποία θα παράγει στελέχη για τη δημόσια διοίκηση που θα είναι επιφορτισμένα με την εκπόνηση δημόσιων πολιτικών.

 Θέσπιση ενισχυμένης πλειοψηφίας για την έγκριση επιβολής νέων έμμεσων φόρων και σύναψης δανείων για την κάλυψη τρεχουσών δαπανών.

 Σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας με επιστήμονες διεθνούς κύρους και αναγνώρισης, που θα διαχειρίζεται ανεξάρτητα από κομματικές σκοπιμότητες το σύνολο της σχετικών κρατικών χρηματοδοτήσεων, και

 Ενιαιοποίηση των φορέων διερεύνησης των κρουσμάτων διαφθοράς στο δημόσιο υπό μία κεντρική αρχή, και προώθηση αυστηρού θεσμικού πλαισίου τιμωρίας για επίορκους δημοσίους υπαλλήλους.

*Ο Παναγιώτης Βλάχος είναι υπ. Δρ. Πολιτικών Επιστημών. Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι υπ. Δρ. Πολιτικών Επιστημών.

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

O νεος εκλογικός νόμος

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μεταρρύθμιση

Στις άμεσες προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης, είναι η αλλαγή του εκλογικού νόμου, με την οποία ελπίζει να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό και κομματικό σύστημα. Επειδή η πρόταση είναι υπό επεξεργασία, μόνο κάποια σημεία αυτής έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τα οποία -και περιληπτικά- προβλέπουν το σχηματισμό 160 ή 180 μονοεδρικών περιφερειών όπου θα εκλέγονται πιθανότατα με σταυρό οι υποψήφιοι- και το σπάσιμο της Α΄ και Β΄ Αθήνας. Οι υπόλοιποι βουλευτές θα εκλέγονται σε διευρυμένες περιφέρειες με λίστα, ενώ πιθανώς να υπάρχει πρόβλεψη για 5 βουλευτές που θα εκπροσωπούν τον απόδημο ελληνισμό. Συγκεκριμένα, η B΄ Aθηνών θα κατατμηθεί σε 25 - 27 περιφέρειες, πολλές από τις οποίες θα συμπέσουν με τα όρια σημερινών δήμων, ενώ αντίστοιχη ρύθμιση θα υπάρξει και για την A΄ Aθηνών, όπου αναμένεται να προκύψουν 9 - 10 νέες περιφέρειες, οι οποίες θα είναι ευρύτερες από τα σημερινά επτά δημοτικά διαμερίσματα. Το υπό μελέτη νέο εκλογικό σύστημα, θα προτάσσει την ανάγκη κυβερνητικής σταθερότητας.

Η αναλογικότητα θα διατηρηθεί στα σημερινά επίπεδα -της τάξης του 87%- δίνοντας τη δυνατότητα στο πρώτο κόμμα να παίρνει και το πριμ των 40 εδρών, μέσω των ευρέων περιφερειών. Για τα μικρότερα κόμματα, η εξασφάλιση εδρών βάσει του ποσοστού τους, θα επιτυγχάνεται κυρίως από τις ευρείες περιφέρειες με λίστα. Η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο, πέραν των νομοτεχνικών λεπτομερειών, θα πρέπει να συμπεριλάβει ως κρίσιμες μεταβλητές το ζήτημα της ενδυνάμωσης της εσωκομματικής δημοκρατίας, καθώς και τη σχεδιαζόμενη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας, η οποία πρέπει να προηγηθεί της ψήφισης του νέου εκλογικού νόμου.



Βασικό πλεονέκτημα του υπό μελέτη νέου εκλογικού νόμου, είναι ότι απεγκλωβίζει τον υποψήφιο βουλευτή από το κυνήγι του σταυρού, απαλλάσσοντάς τον από ενδεχόμενες εξαρτήσεις ή συναλλαγές. Δημιουργεί ένα μίνιμουμ διαφάνειας των προεκλογικών εκστρατειών και μειώνει το κόστος κομμάτων και υποψήφιων βουλευτών για την εκλογή τους, ενώ θα αυξάνει και τις πιθανότητες να εκλέγονται στο Κοινοβούλιο άνθρωποι με κοινωνική καταξίωση και αυτόνομη πολιτική οντότητα. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε ότι με τις προτεινόμενες αλλαγές, καθίσταται πανίσχυρη η εκάστοτε κομματική ηγεσία, από την έγκριση της οποίας θα περνάνε οι λίστες. Οι βουλευτές, ουσιαστικά, θα διορίζονται από τον πρόεδρο του κόμματος αν η νομιμοποιητική ισχύς της αποφάσεως δεν περιορίζεται από θεσμικά και κομματικά κατοχυρωμένα, «ckecks and balances», όπως αυτά της καθιέρωσης προκριματικών εκλογών και της ανοιχτής συμμετοχής μελών στη διαδικασία αυτής, επικουρικά της δημόσιας διαβούλευσης για τα χαρακτηριστικά του υποψηφίου του κόμματος στη μονοεδρική περιφέρεια, καθώς και της λειτουργίας των ενδιάμεσων οργάνων του κόμματος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.



Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε ότι καθοριστική για την επιτυχία του νέου εκλογικού νόμου θα είναι η πρόβλεψη ή μη για σταυροδότηση των υποψηφίων στις μονοεδρικές. Μια τέτοια εξέλιξη, θα νοθεύσει τον χαρακτήρα του νέου νόμου, αφού θα μετακινήσει το πολιτικό χρήμα σε τοπικό επίπεδο και θα οδηγήσει σε ανηλεή εσωκομματικό ανταγωνισμό, σε τοπικισμούς και νέες πολιτικές βαρονίες. Επομένως, στις μονοεδρικές περιφέρειες θα πρέπει να υπάρχει ένας υποψήφιος από κάθε κόμμα (και ένας αναπληρωματικός), χωρίς να απαιτείται σταυρός για την εκλογή του.

Ό έλεγχος της εσωκομματικής δημοκρατίας πρέπει να είναι εντατικός και αποτελεσματικός, με ταυτόχρονο επαναπροσδιορισμό των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των κομματικών μελών και φίλων, ειδικά στην περίπτωση της χώρας μας, όπου απουσιάζει και η κουλτούρα και η πρακτική της εσωκομματικής δημοκρατίας. Ειδάλλως, υπάρχει ο κίνδυνος να διολισθήσουμε σε πλήρη εξάρτηση των βουλευτών από την κομματική ηγεσία, με παράλληλη συρρίκνωση των περιθωρίων αμφισβήτησης αυτής. Δεδομένη θα πρέπει να θεωρείται η αντίδραση τοπικών φορέων, αφού η ανακατανομή των εδρών θα μειώσει αισθητά του βουλευτές κάποιων νομών ( π.χ. η Αχαϊα, θα «χάσει», βάσει του πληθυσμού της, 3 έδρες), όπως και η αντίδραση μικρότερων κομμάτων που δεν θα έχουν τη δυνατότητα εκλογής βουλευτών σε μονοεδρικές. Παράλληλα, με την εξέταση του νέου εκλογικού νόμου, προχωρεί και ο διάλογος για τη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας, ο Καποδίστριας ΙΙ. Με βάση τις σχετικές μελέτες της ΚΕΔΚΕ και του ΙΤΑ , οι αρμόδιες επιτροπές του υπουργείου Εσωτερικών προβλέπεται να καταλήξουν άμεσα στο νέο διοικητικό χάρτη, ο οποίος θα προβλέπει λιγότερους από 400 δήμους, αιρετό τρίτο βαθμό αυτοδιοίκησης, κοκ. Η χωροθέτηση προβλέπεται να γίνει με βάση αντικειμενικά κριτήρια: γεωγραφικά, δημογραφικά, αναπτυξιακά.



Ο νέος εκλογικός νόμος δεν μπορεί να προηγηθεί της διοικητικής μεταρρύθμισης. Κι αυτό, γιατί:

α) Η χάραξη των νέων μονοεδρικών περιφερειών, αποτελεί δέλεαρ για μικροκομματικές σκοπιμότητες, αφού τα πληθυσμιακά και εκλογικά στοιχεία, θα αποτελέσουν αντικείμενο συστηματικής επεξεργασίας προκειμένου να ενισχύσουν τις πιθανότητες επικράτησης του ενός ή του άλλου κόμματος σε μονοεδρικές περιφέρεις.

β) Ο διάλογος για τις συνενώσεις, θα λειάνει και το έδαφος για το σχηματισμό των νέων μονοεδρικών και θα υπάρχει η χρονική δυνατότητα να καμφθούν οι όποιες τοπικές αντιστάσεις, και

γ) Η διαδικασία ωρίμασης της διοικητικής μεταρρύθμισης, θα καθορίσει το εύρος της επιτυχίας του νέου εκλογικού νόμου, με ταυτόχρονη αλλαγή του παραδειγματικού μοντέλου λειτουργίας της δημοκρατίας, συνολικής και εσωκομματικής. Σε κάθε περίπτωση και με διαφαινόμενη την άρνηση της ΝΔ να συμφωνήσει σε όλα τα σημεία του νέου εκλογικού νόμου, ο νόμος θα τεθεί σε ισχύ στις μεθεπόμενες εθνικές εκλογές. Άρα, υπάρχει χρόνος για σοβαρό δημόσιο διάλογο. Το ΠΑΣΟΚ ορθά ανοίγει το ζήτημα και επεξεργάζεται ένα συνολικό σχέδιο αλλαγής του πολιτικού συστήματος.

Ο νέος εκλογικός νόμος, όμως, δεν θα ευδοκιμήσει αν δεν καταβληθούν σημαντικές προσπάθειες για την εμπέδωση της εσωκομματικής δημοκρατίας και δεν προχωρήσει η διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας στις ΗΠΑ

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μεταρρύθμιση

Σε παλαιότερο άρθρο στη «Μεταρρύθμιση», είχα σημειώσει, αναφερόμενος στις πρώτες μέρες της προεδρίας Ομπάμα, ότι «Κατά τα φαινόμενα, ο πρόεδρος Ομπάμα κλίνει προς την άσκηση μιας σταδιακά κλιμακούμενης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, με ενίσχυση της κρατικής παρεμβατικότητας και ενδυνάμωση του ομοσπονδιακού στοιχείου σε όλο το εύρος των πολιτικών… »… η εσωτερική ατζέντα του Ομπάμα, είναι η πιο φιλόδοξη από την εποχή του Τζόνσον.

Η παρουσία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, θα είναι αποφασιστική σε αλλαγές όπως η διεύρυνση της βάσης εκείνων που δικαιούνται και μπορούν να απολαμβάνουν παροχή υπηρεσιών υγείας, φροντίδας και περίθαλψης, η μεγαλύτερη προσβασιμότητα του εκπαιδευτικού συστήματος από το δημοτικό μέχρι και το κολλέγιο, κυρίως στις ημιαστικές περιοχές, η σημαντική κρατική οικονομική ενίσχυση των φοιτητών, κοκ.»

Αφού ο πρόεδρος Ομπάμα προσπάθησε, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, να βελτιώσει την εικόνα των ΗΠΑ, προχωρά στην υλοποίηση του στρατηγικού σχεδιασμού του για την εφαρμογή της εσωτερικής του ατζέντας. Πριν από λίγους μήνες κατατέθηκε η νομοθετική πρόταση για τη μεταρρύθμιση στο χώρο της υγειονομικής περίθαλψης, πρόταση που βρίσκεται πλέον στην κορυφή της δημόσιας αντιπαράθεσης.

Οι δαπάνες υγείας της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, ανέρχονται στο 17% περίπου του ΑΕΠ (ενώ στη Γερμανία και τη Γαλλία είναι περίπου στο 10%) και το κατά κεφαλήν κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης υπολογίζεται στα 7.500 δολάρια, σημαντικά μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΑΣΑ. Παρά τα εντυπωσιακά οικονομικά νούμερα, οι δείκτες προσδοκίμου ζωής, παιδικής θνησιμότητας και άλλων παραγόντων, υστερούν σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς, ενώ περίπου 40 εκατομμύρια Αμερικανοί παραμένουν ανασφάλιστοι.

Επιπροσθέτως, οι αδυναμίες του συστήματος επιτείνονται από επιμέρους παράγοντες:

α) Η φορολογική επιβάρυνση των πολιτών για την υποστήριξη των κρατικών προγραμμάτων για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ηλικιωμένων, παιδιών και όλων εκείνων που έχουν απολαβές μικρότερες των 20.000$ ετησίως, αυξάνει κάθε χρόνο σημαντικά.

β) Το υψηλό κόστος των εταιρικών συμβολαίων-πακέτων που αγοράζουν οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ για την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων σε αυτές, αποθαρρύνουν αρκετές πλέον επιχειρήσεις να προβαίνουν στη σύναψή τους, ενώ όσες συμβάλλονται, μετακυλίουν σημαντικό μέρος του κόστους στους εργαζομένους, μειώνοντας έτσι τις καθαρές αποδοχές τους.

Την περιγραφείσα κατάσταση φιλοδοξεί να ανατρέψει το νομοσχέδιο που ουσιαστικά προβλέπει την ασφαλιστική κάλυψη των ανασφάλιστων πολιτών με κρατική μέριμνα και την παράλληλη επιβολή ανώτατων ορίων στις ασφαλιστικές εταιρίες, που θα αφορούν το ύψος των καλύψεων και το κόστος των προγραμμάτων.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις υπολογίζεται ότι θα κοστίσουν σωρευτικά στις ΗΠΑ 1,3 τρις δολάρια την επόμενη δεκαετία. Αν θέλουμε να ξεχωρίσουμε κάποιες ενδιαφέρουσες προβλέψεις-στοχεύσεις του νόμου, πέραν της προφανούς, δηλαδή της άμβλυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και της εμπέδωσης ενός αποτελεσματικού συστήματος υγείας, οφείλουμε να επισημάνουμε,

α) τη ρύθμιση που δεν θα επιτρέπει στις ασφαλιστικές να αρνούνται την κάλυψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης βάσει του ιατρικού ιστορικού ενός ατόμου, ή και να καταργούν αυτήν όταν κάποιος ασφαλισμένος ασθενήσει, ενώ αναγκάζει στον αντίποδα τους υγιείς Αμερικανούς να διαθέτουν κάλυψη και το διάστημα που είναι υγιείς και όχι μόνο όταν χρειαστούν περίθαλψη,

β) τη ρύθμιση που ουσιαστικά προετοιμάζει το έδαφος για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού προς τις ιδιωτικές εταιρίες κρατικού συστήματος ασφάλισης, προκειμένου αυτές να αναγκαστούν να περιορίσουν το κόστος των καλύψεων,

γ) καθώς και την υποχρεωτική πλέον συμμετοχή των επιχειρήσεων (εξαιρουμένων των πολύ μικρών) στα συμβόλαια περίθαλψης και ασφάλισης όλων των εργαζομένων.

Η κριτική που εκπορεύεται από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα καθώς και από συντηρητικούς Δημοκρατικούς, αφορά κυρίως τη «σοσιαλιστικοποίηση» του συστήματος υγείας, καθώς και το υψηλό κόστος της μεταρρύθμισης, ειδικά σε μια περίοδο, βοηθούσης της οικονομικής κρίσης, που η αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος είναι εκρηκτική.

Στα επιχειρήματα όμως αυτά, αντιτάσσεται ότι το υψηλό κόστος θα εξισορροπηθεί από την επιβολή νέων περιορισμένων φόρων, την εφαρμογή πολιτικής μέσω της οποίας θα μειώνεται δραστικά το κόστος των δαπανών υγείας και την εφαρμογή της ρύθμισης που επιβάλει τη συμμετοχή των εργοδοτικών εισφορών.

Οφείλουμε βέβαια να παρατηρήσουμε ότι τα κρατικά έσοδα θα συμπιεστούν, λόγω της σχεδιαζόμενης έκπτωσης στις δαπάνες για υγειονομική ασφάλεια. Από την επιτυχία της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στο χώρο της υγείας, θα εξαρτηθεί ο χρόνος, το εύρος και η ποιότητα των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών σε όλο το φάσμα της εσωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.



• Ο Θανάσης Κοντογεώργης είναι δικηγόρος.